Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
93. πρᾶξις { Δράση }
Ουσ. πρᾶξις πράξη, διεξαγωγή, δράση, επιχείρηση, εκτέλεση, ενέργεια
[ Βλ. σχετικό όρο: ἔργον ]
Βλ. σχετικό όρο ἔργον
δρᾶσις πράξη, δύναμη, ενέργεια
ἐνέργεια δραστηριότητα, δράση, πράξη
κίνησις κίνηση, δράση
ἐπιδεξιότης πρακτική ικανότητα, επιδεξιότητα
αἱ πράξεις πρακτικός βίος
Ρ. πράττω εκτελώ, πραγματοποιώ, επιτελώ, κάνω, ενεργώ, διενεργώ, κατορθώνω
εὖ πράττω βρίσκομαι σε καλή κατάσταση
κακῶς πράττω βρίσκομαι σε άσχημη κατάσταση
δράω κάνω, ενεργώ, πραγματοποιώ
ἐνεργέω πράττω, επιχειρώ, ενεργώ, παράγω, εκτελώ
ἐπιτελέω εκτελώ, αποπερατώνω, εκπληρώνω
ἐργάζομαι πραγματοποιώ, εκτελώ, αποπερατώνω, ολοκληρώνω
Επίθ. πρακτικός δραστήριος, ενεργητικός, δραστικός, ισχυρός
δραστήριος ενεργητικός, αποτελεσματικός
Επίρ. πρακτικῶς με τρόπο πρακτικό, πρακτικά
Φρ. νόει το πραττόμενον να σκέφτεσαι καλά τις πράξεις σου
21. ἀπραξία { Δράση }
Ουσ. ἀπραξία [αποχή από οποιαδήποτε πράξη] αδράνεια, αργία, ανάπαυση
ἀπραγία αδράνεια, έλλειψη ενέργειας ή δραστηριότητας
ἀδράνεια απραξία, οκνηρία, ασθένεια
ἀνάπαυσις ανάπαυλα, ανάπαυση, ησυχία
ἀργία αδράνεια, ραθυμία, οκνηρία
ῥᾳθυμία νωθρότητα, τεμπελιά, οκνηρία
νωχελία τεμπελιά, οκνηρία, νωθρότητα
ἀπραγμοσύνη αγάπη για την ησυχία, νωχέλεια, αδράνεια
Ρ. ἀπρακτέω απέχω από κάθε εργασία, μένω αδρανής
εἰμί ἀδρανής είμαι αδρανής
πάσχω υφίσταμαι, μένω αδρανής, υποφέρω
Επίθ. ἄπρακτος αναποτελεσματικός, ανωφελής
ἀδρανής ανενεργός, ανίσχυρος, ασθενής
στάσιμος ακίνητος, σταθερός, αμετακίνητος
Επίρ. ἀπράκτως ανεπιτυχώς, χωρίς αποτελεσματικότητα
ἄδρανῶς κατά τρόπο αδρανή
ἀπραγμόνως απρόσεκτα, χωρίς φροντίδα