Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
45. ἔργον { Δράση }
Ουσ. ἔργον πράξη, ενέργεια, πολεμικό κατόρθωμα
πρᾶξις πράξη, εκτέλεση, ενέργεια, δράση
ἐνέργεια δραστηριότητα, δράση, πράξη, ενέργεια
πόνημα το έργο που εκτελείται, εργασία
ἐργασία ασχολία, δουλειά
Ρ. ἐργάζομαι πραγματοποιώ, εκτελώ, αποπερατώνω
δράω πράττω, κάνω, ενεργώ, πραγματοποιώ, κατορθώνω
ποιέω κάνω, πράττω, ενεργώ
πράττω κατορθώνω, κάνω, εκτελώ, πραγματοποιώ, επιτελώ, ενεργώ
πραγματεύομαι ασχολούμαι, καταγίνομαι με κάτι, τυγχάνω επίπονης εργασίας
ένεργός εἰμί εργάζομαι, είμαι ενεργός, είμαι δραστήριος
ἔργον ποιοῦμαι εργάζομαι, εκτελώ, πραγματοποιώ
Επίθ. ἐργώδης επίπονος, σκληρός
ἐργατικός δραστήριος, επιμελής
δραστήριος ενεργητικός, αποτελεσματικός
πρακτικός ενεργητικός, δραστήριος, δραστικός, ισχυρός
πραγματικός κατάλληλος για ασχολία, ενεργητικός, δραστήριος
Επίρ. ενεργῶς δραστήρια, ενεργητικά
πρακτικῶς αποτελεσματικά
Φρ. ἐπί τό ἔργον [ως προτροπή για δράση] επί το έργον
ἔργω κ᾽οὐκέτι μύθῳ με έργα και όχι με λόγια