Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

47. ζωή { Οργανική Ύλη }


Ουσ. ζωή περιουσία, βιός, υπάρχοντα, τα προς το ζην
~ μεταθανάτια, αιώνια, μέλλουσα, καθημερινή, ειρηνική, ασκητική
[ Βλ. σχετικό όρο: βίος ]
βίος ζωή, τρόπος ζωής, βίος (λόγ.)
ὕπαρξις ύπαρξη, άνθρωπος, υπόσταση

Ρ. ζάω [ζω] δίνω ζωή, διατηρώ στη ζωή
ζάω [βιώνω] νιώθω, αισθάνομαι
ζάω [ζω με ευμάρεια και ευτυχία] καλοζώ
βιόω ζω, περνώ τη ζωή μου, διάγω τον βίο μου, διαρκώ
ὑπάρχω υπάρχω, διαβιώ (λόγ.), ισχύω, έχω υπόσταση

Επίθ. ζωός [αυτός που έχει υπόσταση] ζωντανός
ἔμβιος [αυτός που έχει μέσα του ζωή] ζωντανός
ζωϊκός [αυτός που ενέχει ζωή, που ανήκει στον οργανικό κόσμο] έμβιος, ζωτικός
ζωτικός [αυτός που χαρακτηρίζει τη ζωή] ζωτικός, ζωηρός, ακμαίος
ἔμπνους [αυτός που έχει πνοή] ζωντανός
ἔμψυχος ζωντανός, ζωηρός, έμβιος
ζωηφόρος [αυτός που παρέχει ζωή] ζωοδότης, ζωογόνος, σωτήριος
μακρόβιος [αυτός που ζει πολλά χρόνια] μακρόβιος, αιωνόβιος, πολυετής, πολυζώητος, πολύχρονος
ἀείζωος αιώνιος
ἀπέθαντος αθάνατος

Επίρ. ζωικῶς ζωντανά
ἐν ζωῆ στη ζωή
ἰσοβίως ισόβια, για όλη τη ζωή
διηνεκῶς ασταμάτητα, συνεχώς, αιώνια

51. θάνατος { Οργανική Ύλη }


Ουσ. θάνατος [το ανθρώπινο σώμα μετά την επέλευση του θανάτου] πτώμα, νεκρός
ἀποβίωσις θάνατος, αποβίωση (λόγ.), πεθαμός (λαϊκ.)
θνῆσις θάνατος, θανατικό (λαϊκ.), θανή (λαϊκ.)
τελευτή το τέλος της ζωής, τελευτή (λόγ.)
θανάτωσις θανάτωση, φόνος, σκοτωμός, δολοφονία

Ρ. θνῄσκω πεθαίνω
ἀποθνῄσκω πεθαίνω, ξεψυχώ
ἀποβιόω παύω να ζω
θανατόω σκοτώνω, θανατώνω, επιφέρω τον θάνατο, αφαιρώ τη ζωή, ξεπαστρεύω (λαϊκ.)
θανατιάω είμαι ετοιμοθάνατος
ἀποκτείνω σκοτώνω, φονεύω

Επίθ. θανατόεις θανάσιμος
θανάσιμος θανατηφόρος, φονικός
θανατώδης θανάσιμος, θανατηφόρος, θανατερός
ἄζωος χωρίς ζωή

Επίρ. θανασίμως θανάσιμα, θανατηφόρα, με θανάσιμο τρόπο, μέχρι θανάτου

Φρ. θανέειν πέπρωται ἅπασι είναι γραφτό σε όλους να πεθάνουν