Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

27. βίος { Οργανική Ύλη }


Ουσ. βίος ζωή, βίος
[ Βλ. σχετικούς όρους: ζωή, θάνατος ]
τὸ ζῆν τρόπος ζωής, διαβίωση
ἡμέραι διάρκεια ζωής, χρόνος ζωής

Ρ. βιόω-ῶ ζω, περνώ τη ζωή μου
ζῶ ζω, βιώνω
διάγω βίον περνώ, δαπανώ τη ζωή μου
βιοτεύω ζω, υφίσταμαι, συντηρούμαι με κάτι ή από κάτι

Επίθ. βιωτός [αυτός που βιώνεται] βιωτός, αξιοβίωτος
βιώσιμος βιώσιμος, διατηρήσιμος

Επίρ. διά βίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής
ἰσοβίως ισόβια, για όλη τη ζωή

Φρ. βίον αιρεῖσθαι τὁν ἄριστον να εκλέγεις την άριστη ζωή
βίος ἀβίωτος [λέγεται για τον δύσκολο, τον ανυπόφορο βίο] ο βίος που δεν μπορεί να ζήσει κάποιος