Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
44. ἐπιστήμη { Νους }
Ουσ. ἐπιστήμη [γνώση ενός ζητήματος] γνώση, επιστημονική γνώση, δεξιότητα, εμπειρία
δεξιότης ικανότητα, εξυπνάδα, οξύνοια, ευφυΐα
γνῶσις γνώση, εξέταση, έρευνα
[ Βλ. σχετικό όρο: γνῶσις ]
ἐμπειρία πείρα, εμπειρία, γνώση αντικειμένου
σύνεσις γνώση, αντίληψη
ἐπιστήμων γνώστης, ειδήμων, έμπειρος, σώφρων, γνωστικός, συνετός, ικανός
Ρ. ἐπίσταμαι γνωρίζω, καταλαβαίνω ένα ζήτημα, είμαι έμπειρος
αἰσθάνομαι λαμβάνω γνώση, αντιλαμβάνομαι
γιγνώσκω γνωρίζω, αντιλαμβάνομαι, κατανοώ
γνωρίζω αποκομίζω γνώση, καρπώνομαι γνώση
ἐπαΐω γνωρίζω καλά, είμαι παντογνώστης
καταμανθάνω εξετάζω επισταμένως, μελετώ από κοντά
οἶδα γνωρίζω
εὖ οἶδα γνωρίζω καλά
Επίθ. ἐπιστημονικός ο ικανός να κατέχει την επιστήμη, ο ικανός να μαθαίνει καλά κάτι
ἐμπειρικός [αυτός που έχει αποκτήσει γνώσεις με την πείρα] πεπειραμένος, έμπειρος
Επίρ. ἐπιστημονικῶς επιστημονικά
ἐμπειρικῶς εμπειρικά, με εμπειρικό τρόπο
Φρ. ἐπιστήμη ποιητική εὐδαιμονίας η γνώση είναι δημιουργός της ευτυχίας