Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

32. γνῶσις { Νους }


Ουσ. γνῶσις [το να γνωρίζει κανείς κάτι] γνώση, είδηση, πληροφόρηση, ενημέρωση
σύνεσις [η ταχύτητα αντίληψης, η οξύνοια που επιδεικνύεται] σύνεση, σοφία, φρόνηση, κρίση, μυαλό, σωφροσύνη, ορθοφροσύνη (λόγ.), συγκρότηση, γνώσεις, γράμματα
γνώρισις [η κοινωνική σχέση, επαφή] γνωριμία, σχέση, προσέγγιση, γνώρα (λαϊκ.)
ὑπόληψις [κατανόηση, σύλληψη μιας ιδέας] κατανόηση, επίγνωση, σύλληψη, αντίληψη
γνώστης [αυτός που γνωρίζει] ενήμερος, ειδήμονας, κάτοχος, πολύξερος
εἰδήμων [αυτός που είναι ειδικός σε κάτι] ειδικός, ειδήμονας, επαΐων
γνωστήρ [αυτός που γνωρίζει] εγγυητής

Ρ. γιγνώσκω [κατέχω μια γνώση] γνωρίζω, ξέρω, κατέχω
ἐπίσταμαι [γνωρίζω κάτι καλά, με βεβαιότητα] είμαι/τελώ εν γνώσει (λόγ.), είμαι πληροφορημένος, έχω επίγνωση
οἶδα γνωρίζω
γνωρίζω [γνωστοποιώ] καθιστώ γνωστό, επισημαίνω, διασαφηνίζω
ἔχω γνῶσιν είμαι γνώστης, είμαι ενήμερος
καταμανθάνω έχω επίγνωση, είμαι ενήμερος
λαμβάνω γνῶσιν τινός πληροφορούμαι, μαθαίνω, ενημερώνομαι
συνετίζω βάζω γνώση, βάζω μυαλό σε κάποιον, σωφρονίζω

Επίθ. γνωστικός [ικανός προς μάθηση] συνετός, λογικός, φρόνιμος, μυαλωμένος, σοφός
ἐντριβής [καλός γνώστης του αντικειμένου] έμπειρος, καταρτισμένος, πολύπειρος

Επίρ. ἐν γνώσει [γνωρίζοντας, έχοντας επίγνωση ενός πράγματος] συνειδητά, φανερά
ἐν συνειδήσει ενσυνείδητα, συνειδητά
γνωρίμως εύληπτα, κατανοητά, ευνόητα, σαφώς, ευκρινώς

Φρ. γνῶθι σαυτόν σε Πρωταγόρα [343a-b] - Πλάτων γνώρισε τον εαυτό σου
το γνῶθι σαυτόν αυτογνωσία, αυτεπίγνωση

3. ἄγνοια { Νους }


Ουσ. ἄγνοια [έλλειψη γνώσης] άγνοια, αμάθεια, απειρία, αδαημοσύνη
ἀγνωσία αφροσύνη, επιπολαιότητα, μωρία
ἀνεπιστημοσύνη άγνοια, ανικανότητα
ἀμαθία αμάθεια, απαιδευσία, αμορφωσιά
ἀγνωμοσύνη απερισκεψία, ακρισία, αμυαλιά, απερισκεψία

Ρ. ἀγνοῶ [δεν γνωρίζω] αγνοώ, δεν ξέρω, δεν γνωρίζω, δεν αντιλαμβάνομαι, είμαι άσχετος/αδαής, έχω μαύρα μεσάνυχτα
ἀγνώς εἰμἰ δεν γνωρίζω
ἄγνοιαν ἔχω έχω άγνοια, δεν έχω ιδέα
διατελώ εν ἀγνοία βρίσκομαι σε άγνοια, δεν έχω ιδέα
οὐκ οἶδα δεν γνωρίζω
οὐκ ἐπίσταμαι δεν έχω γνώση

Επίθ. ἀγνοῶν ανήξερος, αδαής, άσχετος, απληροφόρητος
ἀμαθής αμαθής, άμαθος, ανίδεος, απαίδευτος
ἄγνωστος μη γνωστός, άγνωστος, ανίδεος
ἀγνώριμος άγνωστος, άδηλος
ἄγνωμος άκριτος, ανόητος, άμυαλος, ελαφρόμυαλος, κουτός, ασύνετος
ἄπειρος αμάθητος, άσχετος, πρωτάρης, άβγαλτος

Επίρ. ἐν αγνοία [χωρίς να έχει γνώση] ανεπίγνωστα, κρυφά
ἐξ αγνοίας από άγνοια, κατά λάθος
ἀμαθῶς χωρίς γνώσεις, χωρίς πείρα
ἀγνωμόνως αλόγιστα, απερίσκεπτα
ἄγνωρα άγνωστα, ξένα

Φρ. Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα σε Απολογία Σωκράτους, Πλάτων [το να γνωρίζει κανείς την άγνοιά του] ένα πράγμα γνωρίζω, ότι δεν γνωρίζω τίποτα