Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
4. ἀγών { Δράση }
Ουσ. ἀγών [ο αριθμός συγκεντρωμένων ανθρώπων συνήθως για να παρακολουθήσουν αθλήματα ή αγώνες, συνάθροιση] αγώνας, προσπάθεια, εκστρατεία
~ δικαστικός, πολεμικός, αθλητικός, ταξικός
[ Βλ. σχετικό όρο: πόλεμος ]
μάχη πόλεμος, μάχη, σύγκρουση, πάλη, συμπλοκή, αναμέτρηση
ἅμιλλα συναγωνισμός, άμιλλα, διαγωνισμός
δίκη δίκη, αγώνας σε δικαστήριο
ἀγωνιστής [αυτός που αγωνίζεται, που προσπαθεί για κάτι] αγωνιστής, πολεμιστής, μαχητής, αγωνιζόμενος, συναγωνιζόμενος, αντίπαλος
Ρ. ἀγωνίζομαι λαμβάνω μέρος σε αγώνα, παλεύω
ἐναγωνίζομαι αγωνίζομαι ανάμεσα σε κάποιους, αντιμάχομαι
ἀμιλλῶμαι εἰς αγῶνα διαγωνίζομαι, αναμετριέμαι, αμιλλώμαι (λόγ.)
μάχομαι δίνω μάχη, πολεμώ, διάκειμαι για μάχη
ἀγωνίζομαι δίκην διεξάγω δικαστικό αγώνα
Επίθ. ἀγωνιστικός [κατάλληλος, ικανός για αγώνα] αγωνιστικός, μαχητικός
ἀνταγωνιστικός ανταγωνιστικός, εχθρικός
Επίρ. ἀγωνιστικῶς αγωνιστικά, μαχητικά
Φρ. νῦν ὑπέρ πάντων ἀγών τώρα υπεράνω όλων ο αγώνας
ἀγών πρόφασιν οὐκ ἐπιδέχεται [για κάποιον που προσπαθεί να αποφύγει τον αγώνα, τον κόπο] ο αγώνας δεν επιδέχεται προφάσεις