Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

89. πόλεμος { Δράση }


Ουσ. πόλεμος πόλεμος, εμπόλεμη κατάσταση
~ αμυντικός, παγκόσμιος, θρησκευτικός, φυλετικός, εναέριος, κατακτητικός
μάχη μάχη, σύγκρουση, συμπλοκή, πάλη, εχθροπραξία
ἀγών πόλεμος, μάχη, ενέργεια στη μάχη
σύρραξις σύγκρουση, σύρραξη
ἔρις διαμάχη, αντιπαράθεση, μονομαχία πολέμου

Ρ. πολεμέω είμαι σε πόλεμο, μάχομαι, κάνω μάχη
πολεμόω καθιστώ κάποιον πολέμιο, εχθρικό
συμπολεμῶ συναγωνίζομαι
ἀγωνίζομαι πολεμὠ, μάχομαι
μάχομαι δίνω μάχη, πολεμώ
πόλεμον ἄγω διατηρώ τον πόλεμο
πόλεμον ποιῶ κάνω πόλεμο, είμαι αίτιος πολέμου
πόλεμον τίθεμαι αρχίζω ή παύω πόλεμο
πόλεμον αἴρομαι επιβάλλω πόλεμο
εἰρήνην λύω σπάζω την ειρήνη, παραβιάζω την ειρήνη

Επίθ. πολεμικὀς [αυτός που ανήκει ή ταιριάζει σε πόλεμο] πολεμικός, εχθρικός
πολέμιος εχθρικός, πολεμικός
πολιορκητικός [αυτός που ανήκει ή ταιριάζει σε πολιορκία] πολιορκητικός
φιλοπόλεμος [αυτός που αγαπά τον πόλεμο] πολεμοχαρής
φιλόμαχος [αυτός που αγαπά τη μάχη] φιλοπόλεμος, πολεμοχαρής

Επίρ. πολεμικῶς με πολεμική διάθεση, με πολεμικό τρόπο
πολεμίως με εχθρικό τρόπο
ἀμαχητί χωρίς μάχη

Φρ. ὁ δε πόλεμος βίαιος διδάσκαλος ο πόλεμος γίνεται δάσκαλος της βίας

40. εἰρήνη { Δράση }


Ουσ. εἰρήνη [αρμονική σχέση μεταξύ λαών] περίοδος ειρήνης, καιρός ειρήνης, ειρήνευση
ὁμόνοια ομόνοια, ομοψυχία, σύμπνοια, ενότητα
σπονδαί επίσημη συνθήκη ειρήνης, συμφωνία, εκεχειρία
ἀνοκωχή ανακωχή, εκεχειρία, κατάπαυση εχθροπραξιών, παύση κακών
ἐκεχειρία διακοπή εχθροπραξιών, εκεχειρία, παύση “πυρός”
ἠρεμία ησυχία, ηρεμία, αταραξία, γαλήνη, απουσία πολέμων

Ρ. ἐν εἰρήνῃ εἰμί βρίσκομαι σε περίοδο ειρήνης
εἰρήνην ἔχω έχω ειρήνη, ζω ειρηνικά
εἰρήνην ποιῶ ή ποιοῦμαι κάνω ειρήνη
εἰρήνην ἄγω διατηρώ την ειρήνη, προστατεύω την ειρήνη
εἰρήνην τηρῶ διατηρώ την ειρήνη
εἰρηνεύω φέρνω σε ειρήνη, συμβιβάζω, συμφιλιώνω
ἡσυχάζω αναπαύομαι μέσω της διακοπής πολέμου

Επίθ. εἰρηνικός αυτός που αποβλέπει στην ειρήνη
εἰρηναῖος ειρηνικός, φίλος της ειρήνης

Επίρ. εἰρηνικῶς ειρηνικά, με ειρηνικό τρόπο
εἰρηναίως ειρηνικά, φιλήσυχα, φιλειρηνικά