Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
98. σῶμα { Οργανική Ύλη }
Ουσ. σῶμα ανθρώπινο σώμα, υλική ουσία, ανθρώπινη υπόσταση
σωμάτιον μικρό σώμα, ευτελές σώμα
δέμας σώμα (κυρίως για το ζωντανό σώμα), ανάστημα ανθρώπου, σωματότυπος
πτῶμα νεκρό σώμα, πτώμα, κουφάρι
σάρξ σάρκα, σώμα, σύνολο μυών του σώματος
ἀνθρώπου σῶμα άνθρωπος
Ρ. σωματίζω περιβάλλω με σώμα
ἐνσωματόω προσδίδω σωματική υπόσταση, ενσαρκώνω
σωμασκέω γυμνάζω, εξασκώ το σώμα
Επίθ. σωματικός [αυτός που ανήκει ή αρμόζει στο σώμα] υλικός, σωματικός
σωματοειδής [σωματικός ως προς τη φύση του] υλικός
ἐπίσωμος σωματώδης
ἡδυσώματος [αυτός που έχει ωραίο σώμα] καλοσχηματισμένος
εὐπαγής σφιχτός, γεροδεμένος, συμπαγής
Επίρ. σωματικῶς σωματικά, υλικά
Φρ. τὰ τοῦ σώματος ἔργα οι σωματικοί κόποι, η χειρωνακτική εργασία