Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

91. πολύς { Ποσότητα }


Ουσ. πλῆθος το μεγαλύτερο μέρος, ποσότητα, ποσό, αριθμός
σώρευμα πληθώρα, σωρεία
ἀφθονία πληθώρα, πλούτος, αφθονία
ἀπειρία το άπειρο, αυτό που δεν γνωρίζει τέλος
περισσεία πλεόνασμα περίσσευμα

Ρ. πληθύνω κάνω κάτι πλήρες, αυξάνω, πολλαπλασιάζω
πληθύω είμαι ή γίνομαι πλήρης, αυξάνομαι
αὐξάνω κάνω κάτι μεγάλο, αυξάνω, μεγαλώνω
πλεονάζω είμαι περισσότερος, είμαι πλεοναστικός, πλεονάζω
γέμω είμαι γεμάτος
πλήρης εἰμί είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης

Επίθ. πολύς πολύς, άφθονος, αρκετός, μπόλικος
ἄφθονος υπεραρκετός, υπερπλήρης, πλουσιοπάροχος
μέγας μεγάλος, ψηλός, απέραντος
ὑπέρπολυς υπερβολικά πολύς, ανεξάντλητος
πλεῖστος περισσότερος, υπερβολικά πολύς
ἐπάρκιος επαρκής, ικανός, αρκετός
πολλοί (στον πληθ.) πλήθος, λαός

Επίρ. πολύ πολλά, πάρα πολύ
πλεῖστον μάλιστα, πιο πολύ
πολλάκις πολλές φορές, συχνά
διὰ πολλοῦ σε μεγάλη απόσταση
ἐπὶ πολύ για μεγάλο διάστημα, μακριά

Φρ. πᾶν τό πολύ τῇ φύσει πολέμιον οτιδήποτε σε μεγάλη ποσότητα βλάπτει

77. ὀλίγος { Ποσότητα }


Ουσ. ὀλιγότης έλλειψη, σπανιότητα
μείωσις ελάττωση, μείωση, σμίκρυνση
μινύθησις ελάττωση, σμίκρυνση
περιορισμός οριοθέτηση, περιορισμός
ἰσχνότης αδυναμία, έλλειψη δύναμης, φτώχεια, ανεπάρκεια

Ρ. μινύθω κάνω κάτι λιγότερο ή μικρότερο, ελαττώνω, μειώνω
ἐλασσόω ελαττώνω, μειώνω, λιγοστεύω
μειόω μειώνω, λιγοστεύω, μετριάζω
συντέμνω μειώνω, ελαττώνω, συγκόπτω, βραχύνω

Επίθ. ὀλίγος λίγος, σπάνιος, περιορισμένος, μικρός, λιγοστός, ισχνός
ὀλιγοστός ελάχιστος, πάρα πολύ λίγος
ἐλάχιστος ο πιο μικρός, πολύ λίγος
γλίσχρος μηδαμινός, μικρός, ευτελής, ανάξιος λόγου
πολλοστός ένας από τους πολλούς, ελάχιστος, μικρότερος
ἐλλιπής ανεπαρκής, ελλιπής, αναποτελεσματικός
ἀνεπαίσθητος υπερβολικά μικρός, ανεπαίσθητος, απαρατήρητος

Επίρ. ὀλίγον λίγο, λίγο μόνο
ὀλίγιστα πολύ λίγο
σμικρῶς σε μικρή ποσότητα
ἐλάχιστα το λιγότερο
ἥκιστα πολύ λίγο, το λιγότερο
όλιγάκις λίγες μόνο φορές, σπανίως

Φρ. ὀλίγον ἢ οὐδέν λίγο ή τίποτε