Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

90. πόλις { Χώρος }


Ουσ. πόλις πόλη, πολιτεία, κράτος, πατρίδα
πολιτεία το σύνολο των πολιτών, κράτος, κυβέρνηση,
ἄστυ πολιτεία, πόλη, κατοικία των πολιτών
πολίχνη μικρή πόλη
μητρόπολις μητρική πόλη, μητρική χώρα, πρωτεύουσα, μεγαλούπολη
ἀκρόπολις ανώτερη πόλη, ακρόπολη, φρούριο
πόλισμα πολιτεία, πόλη, κοινότητα, δήμος
πολίτης μέλος πολιτείας, μέλος κράτους

Ρ. πολίζω ιδρύω πόλη, χτίζω, οικίζω, ιδρύω αποικία
πόλιν κτίζω χτίζω πόλη, επανδρώνω μια πόλη, εποικίζω
οἰκίζω ιδρύω πόλη, ιδρύω συνοικισμό

Επίθ. ἀστικός [αυτός που ανήκει σε πολιτεία ή πόλη, σε αντίθεση προς το αγροτικός] αστικός, αυτός που αγαπά τη ζωή της πόλης, πολιτισμένος
πολιτικός [αυτός που αρμόζει σε πολίτη] αστικός, πολιτικός

Επίρ. ἄστυδε προς την πόλη