Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
9. αἰτία { Ενέργεια }
Ουσ. αἰτία [κάθε ενέργεια ή γεγονός που προκαλεί τη δημιουργία αποτελέσματος] αιτία, αφορμή, λόγος, αίτιο
~ κύρια, βασική, βαθύτερη, δευτερεύουσα
αἰτία [αιτίαση εναντίον κάποιου για αξιόποινη πράξη] κατηγορία, ψόγος, μομφή
αἴτιον και αἰτιατόν [σχέση αιτίας και αποτελέσματος] αίτιο και αιτιατό
αἴτημα αίτηση, παράκληση, απαίτηση
αἰτίασις κατηγορία, ευθύνη, ενοχή, σφάλμα
αἰτίαμα απόδοση ενοχής, κατηγορία
Ρ. αἰτέω ζητώ, ποθώ, απαιτώ
αἰτίαν ἔχω κατηγορούμαι, φέρομαι
αἰτίαν ὑπέχω βρίσκομαι υπό κατηγορία
αἰτιάομαι μέμφομαι, κατηγορώ, κατακρίνω, ψέγω, θεωρώ ένοχο
αἰτιάζομαι κατηγορούμαι, ενοχοποιούμαι
Επίθ. αἰτιολογικός [αυτός που διερευνά τα αίτια] αιτιολογικός
αἰτιώδης [αυτός που μοιάζει με την αιτία ενός πράγματος] αίτιος
αἴτιος ένοχος, αίτιος, υπεύθυνος
ὑπαίτιος κατηγορούμενος, υπεύθυνος, υπόλογος
ἀναίτιος [αυτός που δεν αποτελεί την αιτία] αναίτιος, αθώος
αἰτιατός αυτός που παράγεται από μια αιτία
αἰτητικός [αυτός που αγαπά να αιτείται, να ζητά] απαιτητικός, επίμονος
αἰτητός [αυτός που ζητά κάποιος] ζητούμενος
Επίρ. ἕνεκα [για τον λόγο ότι] εξαιτίας, λόγω, χάριν, διότι
ἐξ αφορμῆς εξαιτίας
αἰτητικῶς [κατά τρόπο απαιτητικό] απαιτητικά, επίμονα
ἀναιτίως αναίτια, άσκοπα
ἄνευ αἰτίας [χωρίς αιτία] αναίτια, άσκοπα
ἄνευ λόγου [χωρίς λόγο] αναίτια, άσκοπα