Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

86. πίστις { Νους }


Ουσ. πίστις πεποίθηση, πίστη, βεβαιότητα
πιστότης καλή πίστη, ειλικρίνεια, τιμιότητα
πεποίθησις εμπιστοσύνη, πίστη
εὐπιστία πεποίθηση, εμπιστοσύνη

Ρ. πιστεύω εμπιστεύομαι, στηρίζομαι σε, έχω πίστη, βασίζομαι, πιστεύω, αισθάνομαι πεπεισμένος
πιστεύομαι θεωρούμαι αξιόπιστος, γίνομαι πιστευτός
ἐμπιστεύω εμπιστεύομαι
πιστευτικῶς ἔχω τινί έχω εμπιστοσύνη, στηρίζομαι σε κάποιον
πέποιθα (παρακ. του πείθω) πιστεύω, έχω πεποίθηση, έχω εμπιστοσύνη, είμαι βέβαιος
πίστιν δίδωμι παρέχω διαβεβαιώσεις

Επίθ. πιστός αξιόπιστος, έμπιστος, αληθινός
πιστευτικός εύπιστος, ευκολόπιστος
εὔπιστος έμπιστος, αξιόπιστος
βέβαιος σταθερός, αξιόπιστος

Επίρ. πιστευτικῶς με εμπιστοσύνη
πιστῶς με καλή πίστη, με αξιόπιστο τρόπο

Φρ. πιστεύω δόξαν πιστεύω με πεποίθηση
μή πάσι πίστευε Να μην έχεις εμπιστοσύνη σε όλους

122. ἀπιστία { Νους }


Ουσ. ἀπιστία [έλλειψη πίστης ή εμπιστοσύνης] δυσπιστία, αμφιβολία, υπόνοια, δόλος
ἀμφιβολία δισταγμός, αβεβαιότητα, ενδοιασμός
δυσπιστία έλλειψη εμπιστοσύνης, επιφυλακτικότητα

Ρ. ἀπιστέω δυσπιστώ, υποπτεύομαι, είμαι δύσπιστος
ὑποπτεύομαι γίνομαι καχύποπτος, υποπτεύομαι, δυσπιστώ, κοιτώ με καχυποψία
ὑποτοπέω υποπτεύομαι, υποψιάζομαι
ἀπίστως ἔχω έχω δυσπιστία, είμαι δύσπιστος
ἀμφιβάλλω έχω αμφιβολία, έχω δισταγμό, δεν είμαι βέβαιος

Επίθ. ἄπιστος αναξιόπιστος, ανάξιος εμπιστοσύνης, αναληθής, απίστευτος
ἀβέβαιος αμφίβολος, ασταθής, αναξιόπιστος
ἀμφίβολος αμφίβολος, αβέβαιος, αμφιλεγόμενος

Επίρ. ἀπίστως με δυσπιστία, με καχυποψία, με φιλυποψία
ἐν ἀμφιβόλῳ σε ἀμφιβολία