Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

85. πεῖρα { Νους }


Ουσ. πεῖρα δοκιμασία, προσπάθεια, πείραμα, δοκιμή, εγχείρημα
ἐμπειρία πείρα, εμπειρία, γνώση αντικειμένου
μάθησις μάθηση, απόκτηση γνώσης, εκπαίδευση
πολυπειρία μεγάλη εμπειρία

Ρ. πειράω προσπαθώ, αποπειρώμαι, προσπαθώ να κάνω, δοκιμάζω, επιχειρώ
δοκιμάζω υποβάλλω σε δοκιμασία, εξετάζω, ερευνώ, εγκρίνω
γεύομαι είμαι έμπειρος κάποιου πράγματος, έχω πείρα
ἐμπείρως ἔχω γνωρίζω εμπειρικά
πεῖραν ἔχω γνωρίζω από δοκιμή, γνωρίζω από δοκιμασία
ἐν πείρα τινος γίγνομαι γνωρίζω από δοκιμή, γνωρίζω από δοκιμασία
πεῖραν ποιοῦμαι δοκιμάζω, αποκτώ γνώση με δοκιμή

Επίθ. δαήμων γνώστης, έμπειρος, ειδήμων, ειδικός
πολύπειρος [αυτός που έχει αποκτήσει μεγάλη εμπειρία] έμπειρος, συνετός
ἐμπειρικός [αυτός που έχει αποκτήσει γνώσεις με την πείρα] πεπειραμένος, έμπειρος
πρακτικός δραστήριος, ενεργητικός, δραστικός, ισχυρός

Επίρ. ἐμπειρικῶς εμπειρικά, με εμπειρικό τρόπο
πρακτικῶς με τρόπο πρακτικό, πρακτικά, εμπειρικά
πολυπείρως με πολλή πείρα, με πολλή γνώση, με πολλή σύνεση
ἐπὶ πείρᾳ με δοκιμή, κατόπιν δοκιμής

Φρ. πείρᾳ θήν πάντα τελεῖται Με την πείρα βέβαια όλα γίνονται
δεινόν ἐστίν ἡ μή ἐμπειρία Η έλλειψη πείρας είναι πράγμα πολύ επιζήμιο