Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

8. αἴσθησις { Οργανική Ύλη }


Ουσ. αἴσθησις [αντίληψη που δημιουργείται από τις αισθήσεις] αίσθηση, αντίληψη, συναίσθηση, εντύπωση
συναίσθησις η από κοινού αίσθηση, αντίληψη
ἐπίγνωσις γνώση, συναίσθηση, εκτίμηση
συνείδησις αυτοσυνειδησία, αυτεπίγνωση, συναίσθηση
αἴσθημα κατανόηση, αντίληψη

Ρ. αἰσθάνομαι αντιλαμβάνομαι, κατανοώ, προσλαμβάνω μέσω των αισθήσεών μου, καταλαβαίνω, νιώθω, ακούω, βλέπω
συναισθάνομαι αντιλαμβάνομαι επίσης ή συγχρόνως
ἐπαισθάνομαι αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, έχω προαίσθηση
αἴσθησην ἔχω γίνομαι αισθητός, γίνομαι αντιληπτός

Επίθ. αἰσθητός αντιληπτός, κατανοητός
αἰσθητικός [αυτός που ανήκει ή αρμόζει στην αντίληψη μέσω των αισθήσεων] εύληπτος, ευνόητος

Επίρ. αἰσθητικῶς με τρόπο αντιληπτό
ἀισθητῶς αισθητά

15. ἀναισθησία { Οργανική Ύλη }


Ουσ. ἀναισθησία [έλλειψη αίσθησης ή αντίληψης] αναισθησία, βραδύνοια, νωθρότητα στην αντίληψη
ἀναισθησία [ολική απουσία αίσθησης του πόνου ή της ευχαρίστησης] αναλγησία, απάθεια, έλλειψη αντίδρασης, ασυγκινησία, σκληρότητα
λιποψυχία λιποθυμία, αδυναμία

Ρ. ἀναισθητέω στερούμαι αντίληψης, στερούμαι αίσθησης
λιποψυχέω λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου, πεθαίνω

Επίθ. ἀναίσθητος [ο νωθρός κατά την αντίληψη] αναίσθητος, ανόητος, αδιάφορος, ασυγκίνητος
ἀνεπαίσθητος απαρατήρητος, ανεπαίσθητος
λιπόψυχος λιπόθυμος, απαθής, ανάλγητος

Επίρ. ἀναίσθητα ασυνείδητα
ἀναισθήτως αναίσθητα, αδιάφορα

Φρ. ἀναισθήτως ἔχειν είμαι αδιάφορος