Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
79. ὅρασις { Οργανική Ύλη }
Ουσ. ὅρασις [ενέργεια του κοιτάγματος] όραση
ὄψις όραση, φάσμα, ικανότητα της όρασης
ὅραμα θέα, θέαμα
θέαμα όραμα, θέαμα
ὄμμα μάτι, οφθαλμός
ὀφθαλμός μάτι, οφθαλμός
Ρ. ὁράω βλέπω, κοιτάζω, διαθέτω όραση, θωρώ, αντιλαμβάνομαι με την όραση
βλέπω διαθέτω όραση, βλέπω
καθοράω βλέπω κάτι ευκρινώς, παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι, διακρίνω
ἀθρέω βλέπω με προσοχή, κοιτάζω ερευνητικά, παρατηρώ, διακρίνω
σκοπέω παρατηρώ, θεώμαι, βλέπω, ατενίζω, παρακολουθώ
θεωρέω κοιτάζω, εξετάζω, ατενίζω, επιθεωρώ
διοράω βλέπω ξεκάθαρα, διακρίνω καθαρά
Επίθ. ὁρατός ορατός, θεατός, ολοφάνερος
εἴσοπτος ορατός, ολοφάνερος
προορατός προβλεπόμενος
δυσόρατος δυσδιάκριτος, αμυδρός
Επίρ. ὁρατῶς με την όραση, με τα μάτια
ὀπτικῶς με οπτικό τρόπο
Φρ. ὀφθαλμοί ὤτων ἀκριβέστεροι μάρτυρες οι οφθαλμοί είναι ακριβέστεροι μάρτυρες από τα αυτιά