Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

75. οἶκος { Χώρος }


Ουσ. οἶκος [τόπος διαμονής] σπίτι, κατοικία, οικία
οἶκος [οικιακός εξοπλισμός και τα μέλη της οικογένειας] σπιτικό, νοικοκυριό, οικογένεια
οἰκία κτίριο, σπίτι, κατοικία, οίκος, οικογένεια
οἴκησις κατοικία, σπίτι, τόπος διαμονής
ἱερόν ιερός χώρος, ιερός τόπος, κατοικία θεού, ναός, ιερό
οἰκήτωρ κάτοικος, άποικος
ἀποικία [οικισμός ανθρώπων μακριά από την πατρίδα τους] αποικία, αποικισμός

Ρ. οἰκέω ενοικώ, κατοικώ, έχω ως κατοικία μου, ζω, διαμένω, είμαι εγκατεστημένος
διαιτῶμαι ζω, διαμένω
οἰκίζω ιδρύω αποικία, δημιουργώ νέο αποικισμό, ενισχύω τον πληθυσμό με νέους εποίκους, εποικώ
ἐπ' οἴκου ἀποχωρῶ επιστρέφω στην πατρίδα

Επίθ. οἰκεῖος [αυτός που βρίσκεται ή ανήκει στο σπίτι] οικιακός, συγγενής, φιλικός
οἰκειακός [αυτός που ανήκει στον οίκο ή την οικογένειά μου] δικός μου, οικείος, οικιακός
οἰκήσιμος κατοικήσιμος

Επίρ. οἶκόνδε προς το σπίτι, προς την πατρίδα
οἴκαδε προς το σπίτι, προς την πατρίδα
ἀπ᾽ οἴκου μακριά απ᾽ την πατρίδα
οἰκιακῶς κατά τρόπο σύμφωνο με την οικιακή ζωή

Φρ. τά ἐν οἴκῳ μή ἐν δήμῳ Τα οικογενειακά θέματα δεν πρέπει να γίνονται δημόσια