Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
71. νόμος { Ήθος }
Ουσ. νόμος συνήθεια, νόμος, έθιμο, διάταξη
~ άγραφος, συνταγματικός, φυσικός, απαράβατος, σκληρός, ελαστικός, δρακόντειος
νομοθεσία [σύνταξη νόμων από την πολιτεία] νομοθεσία
νομοθέτημα νόμος, κανονισμός, διάταγμα
θέμις δίκη, δίκαιο, νόμος, διάταξη, αξίωμα, απαίτηση
θεσμός νόμος, έννομη τάξη
θέσπισμα διάταγμα της γερουσίας ή του αυτοκράτορα
διάταξις συνθήκη, συμφωνία
εὐνομία [καλή εφαρμογή των νόμων] ευταξία, τάξη, νομιμότητα
Ρ. νομοθετέω θεσπίζω νόμους, νομοθετώ, σχηματίζω νόμους
νόμον τίθημι θεσμοθετώ
θεσμοθετέω είμαι θεσμοθέτης
θεμιστεύω απονέμω δικαιοσύνη, διακηρύσσω το δίκαιο
Επίθ. νόμιμος [αυτός που βρίσκεται σε συμφωνία με τον νόμο] νόμιμος, έννομος, σύννομος
νομικός [αυτός που βασίζεται στο νόμο] νομικός, νομοταγής
θεμιστοπόλος [αυτός που υπηρετεί το δίκαιο, τη δικαιοσύνη] νομικός, έννομος
ἔννομος [αυτός που βρίσκεται εντός του νόμου] νόμιμος, νομότυπος, νομοταγής
νομοθετικός [αυτός που ανήκει ή ταιριάζει στη νομοθεσία] νομοθετικός, θεσμοθετικός
Επίρ. νομίμως νόμιμα, σύμφωνα με τον νόμο
νομικῶς νομικά
ἐννόμως με τον νόμιμο τρόπο, νόμιμα
ἐν νόμῳ κατά τον νόμο
κατὰ νόμον σύμφωνα με τον νόμο
Φρ. νόμῳ πείθου να πειθαρχείς στον νόμο