Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
70. νεότης { Χρόνος }
Ουσ. νεότης νεανικότητα, νεότητα, νεανικό θάρρος, νεανική ορμή
ἀκμή άνθος, ακμή, ζενίθ ανθρώπινης ηλικίας
ἐφηβεία εφηβεία, νεανική ηλικία
ἐφηβοσύνη εφηβεία, νεανική ηλικία
τὸ νεαρόν νεανικό φρόνημα, νεανική διάθεση
Ρ. νεάζω είμαι νέος, είμαι καινούριος, ενεργώ όπως ένας νεαρός
σφριγάω είμαι σφριγηλός, είμαι γεμάτος από ζωτικούς χυμούς και ενέργεια, είμαι γεμάτος ζωή, ακμάζω, σφύζω από υγεία και ζωντάνια, είμαι ακμαίος
νεανιεύομαι ενεργώ όπως ένας θερμοκέφαλος νεαρός, ενεργώ απερίσκεπτα, φιλονικώ, καυχιέμαι, ριψοκινδυνεύω με νεανικό θάρρος, επιχειρώ με νεανικό πνεύμα
Επίθ. νέος [λέγεται για ανθρώπινη ηλικία] νέος, νεαρός
νέος [λέγεται για πράγματα] καινούριος, φρέσκος, νωπός
νέος [λέγεται για γεγονότα] νέος, απροσδόκητος, παράδοξος
νεαρός νέος, νεαρός
νεανίας [νεανικός ως προς το χαρακτήρα με θετική σημασία] ορμητικός, γενναίος, δραστήριος
νεανίας [νεανικός ως προς το χαρακτήρα με αρνητική σημασία] θερμοκέφαλος, αυθάδης, ισχυρογνώμων
νεανικός νεαρός, ακμαίος, ενεργητικός, ζωηρός
ἀκμαῖος [αυτός που βρίσκεται σε πλήρη ακμή, σε πλήρη άνθιση] ανθισμένος, ανθηρός, ρωμαλέος, σθεναρός, σφριγηλός, γερός
ἀνθηρός νεαρός, δροσερός, σφριγηλός
ἀγήραος [αυτός που δεν γερνάει] αγέραστος, ακμαίος
Επίρ. νεαρῶς νεανικά, πρόωρα
νεανικῶς με νεανικό τρόπο, ορμητικά, δραστήρια, με ζωηρότητα
Φρ. πρὸς εὐάνθεμον φυάν κατά την πιο ανθηρή ηλικία της ζωής του ανθρώπου, στη νιότη του
132. γῆρας { Χρόνος }
Ουσ. γῆρας γεράματα, γηρατειά, προχωρημένη ηλικία, γήρας (λόγ.), γεροντάματα (λαϊκ.), ωριμότητα, τρίτη ηλικία
πρέσβυς γέρος, μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος, πρεσβύτης
πρέσβεις [στον πληθυντικό συνήθως με τη σημασία του αξιώματος, δηλ. άρχοντες, ηγεμόνες] ηλικιωμένοι, γέροντες
γερουσία σύγκλητος, συμβούλιο των γερόντων
Ρ. γηράσκω γερνώ, προχωρώ σε ηλικία, γίνομαι ηλικιωμένος, είμαι γέρος
ἀπογηράσκω γερνώ, γίνομαι γέρος
προγηράσκω γερνώ πρόωρα
ὑπεργηράσκω γίνομαι υπέργηρος, γίνομαι πολύ γέρος
Επίθ. γηραιός (ή γεραιός) γερασμένος, παλιός, ηλικιωμένος, αρχαίος
πρεσβύτερος μεγαλύτερος, γεροντότερος
πρεσβύτατος ο πιο μεγάλος, ο πιο ηλικιωμένος
γέρων ηλικιωμένος
Επίρ. πρὸς το γῆρας κοντά στα γεράματα
κατὰ τὸ γῆρας στα γεράματα
Φρ. ἰσχύς καὶ εὐμορφίη νεότητος ἀγαθά, γήρατος δε σωφροσύνη ἄνθος Η δύναμη και η ομορφιά είναι τα αγαθά της νεότητας, ενώ το άνθος των γηρατειών είναι η σωφροσύνη