Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

7. αἵρεσις { Βούληση }


Ουσ. αἵρεσις εκλογή, διαλογή, προτίμηση
ἐκλογή επιλογή, διαλογή, προτίμηση, εκλογή
βούλησις θέληση, επιθυμία, επιδίωξη, σκοπός

Ρ. αἱρέομαι επιλέγω, εκλέγω, λαμβάνω κατά προτίμηση, προτιμώ
διαλέγω κάνω επιλογή, εκλέγω
ἐκλέγω επιλέγω, ξεχωρίζω, διαλέγω, ξεδιαλέγω
προτιμάω επιθυμώ περισσότερο, προτιμώ
αἵρεσιν ποιοῦμαι κάνω επιλογή, επιλέγω

Επίθ. αἱρετικός ικανός για εκλογή
αἱρετός [αυτός που μπορεί να εκλεχθεί] εκλέξιμος, κατάλληλος, άξιος
αἱρετέος [αυτός που πρέπει να προτιμηθεί] επιθυμητός
προαιρετικός [αυτός που επιλέγει, που αποφασίζει με ελεύθερη βούληση] εκούσιος, θεληματικός

Επίρ. αἱρετικῶς από επιλογή, αιρετικά
προαιρετικῶς με ελεύθερη βούληση, προαιρετικά, κατ᾽ εκλογήν, θεληματικά
ἑκουσίως αβίαστα, θεληματικά