Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

69. ναῦς { Κίνηση }


Ουσ. ναῦς [μεγάλο σκάφος για πολεμικές συγκρούσεις - ναυμαχίες] πλοίο, πολεμικό πλοίο, ναυς
τριήρης [ο πιο συνηθισμένος τύπος πολεμικού πλοίου των Ελλήνων με τρεις σειρές κουπιών] πολεμικό πλοίο
πλοῖον [σκάφος μικρό ή μεγάλο για εμπορικά ταξίδια] πλοίο, βάρκα
πλοιάριον μικρό πλοίο, πλοιάριο, βάρκα, πλεούμενο
σκάφος πλοίο, σκάφος
σκαφίς μικρό πλοίο, λέμβος, σχεδία, πλεούμενο
πρῷρα [μπροστινό τμήμα πλοίου] κεφαλή πλοίου, πλώρη
πρύμνα [το πίσω μέρος ενός πλοίου] πρύμνη
ἱστίον δίχτυ, ιστίο, πανί

Ρ. ναυπηγέω κατασκευάζω πλοία, ναυπηγώ
καθέλκω [σύρω το πλοίο από την ξηρά και το ρίχνω στη θάλασσα] καθελκύω
ναυτίλλομαι πλέω, ταξιδεύω διά θαλάσσης
πλέω πηγαίνω μέσα από τη θάλασσα, πλέω
πλωΐζω πλέω πάνω από τη θάλασσα, χρησιμοποιώ πλοίο, επιδίδομαι στη ναυτιλία
ναυσθλόω μεταφέρω διά θαλάσσης

Επίθ. ναυπηγικός ικανός στην κατασκευή πλοίων, έμπειρος στην ναυπηγική
ναυτικός ναυτικός, έμπειρος στη ναυσιπλοΐα, ικανός στη ναυτιλία

Επίρ. πρῴραθεν από την πρύμνη του πλοίου, από το μπροστινό μέρος
πρύμνηθεν από την πρύμνη