Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
68. μονάς { Αριθμός }
Ουσ. μονάς μονάδα
μόνωσις μοναξιά, απομόνωση, αποχωρισμός
σπανιότης [έλλειψη ενός πράγματος] μοναδικότητα, σπανιότητα
Ρ. μονόω καθιστώ μεμονωμένο, απομονώνω
ἀπομονόομαι απομένω μόνος
Επίθ. μόνος μόνος, μοναδικός
εἶς ένας
μονήρης μόνος, μοναχικός
μονώτης μεμονωμένος, μονήρης
μοναδικός [αυτός που αποτελείται από μονάδες] μοναδικός
μονομερής [αυτός που αποτελείται από ένα μέρος] μονόπλευρος
μονότροπος [αυτός που ζει μόνος] μοναχικός
μονοειδής [αυτός που ανήκει ή προέρχεται από μια μορφή ή ένα είδος] ομοιόμορφος
Επίρ. μοναχῶς κατά έναν μόνο τρόπο
μόνως μόνο
κατά μόνας ατομικά, χωριστά
μονόθεν μόνο, μοναδικά
ἅπαξ μία φορά, μία μόνο φορά