Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

64. λόγος { Νους }


Ουσ. λόγος [έναρθρος λόγος] ομιλία, λόγος, γλώσσα, ισχυρισμός, συνδιάλεξη, διήγηση, σκέψη, συλλογισμός
~ ρητορικός, ακαδημαϊκός, πολιτικός, προφορικός, γραπτός
ῥῆσις λόγος, ρήση, ομιλία, λαλιά, λόγια
ῥῆμα [αυτό που λέγεται ή εκφωνείται] λέξη, λόγος
λέξις λόγος, έκφραση, ομιλία, τρόπος ομιλίας
φράσις ομιλία, προφορά
λογισμός λόγος, λογική ικανότητα, ορθός λόγος, συλλογισμός, εκτίμηση, κρίση
ἔπος λέξη, λόγος, ρητό, νόημα, έννοια
εὐέπεια ευγλωττία, ευφράδεια, καλολογία, το λέγειν

Ρ. λέγω λέω, μιλώ, αγορεύω
ἀγορεύω δημηγορώ, μιλώ, κάνω λόγο για κάτι
δημηγορέω εκφωνώ δημηγορικό λόγο, μιλώ ρητορικά, αγορεύω, ρητορεύω
διεξέρχομαι αφηγούμαι, περιγράφω, εκθέτω με σαφήνεια
λαλέω μιλώ, λέω, πολυλογώ, διηγούμαι, φλυαρώ
φάσκω λέω, βεβαιώνω, υποστηρίζω
φημί λέω, ισχυρίζομαι, διαβεβαιώνω
φράζω δηλώνω, εξηγώ, θεωρώ, συζητώ
λόγον ποιοῦμαι κάνω λόγο, μιλώ
λογίζομαι λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω, θεωρώ, συμπεραίνω

Επίθ. λόγιος εγγράμματος, εύγλωττος, έμπειρος στον λόγο
λογικός [αυτός που ανήκει ή αρμόζει στον λόγο] λογικός
λεκτικός [ικανός να αρθρώσει λόγο] ευφραδής, ικανός στον λόγο

Επίρ. λογικῶς με λογικό τρόπο, λογικά

Φρ. ἔπεα πτερόεντα [ομιλίες, λόγια χωρίς ουσία, κενολογία] λόγια του αέρα
ἐιρήσθω ἐν παρόδῳ [όταν πρόκειται για παρέκβαση στον λόγο] παρεμπιπτόντως, με την ευκαιρία
ἐν τῇ ῥύμη τοῦ λόγου [όταν μιλά κάποιος γρήγορα και χωρίς πολλή σκέψη] κατά τη ροή του λόγου
πνεῦμα ἀντιλογίας [αυτός που αντιλέγει, που συνηθίζει να διαφωνεί με τους άλλους ακόμα κι αν δεν υπάρχει φανερός λόγος] αντιδραστικός