Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

62. κύκλος { Σχήμα }


Ουσ. κύκλος δακτύλιος, στρογγυλό μέρος, κυκλική κίνηση, τροχιά ουράνιων σωμάτων, κυκλικός χορός
~ ομόκεντρος, έκκεντρος, φαύλος, στενός, παράλληλοι κύκλοι
ἡμικύκλον [το μπροστινό μέρος των καθισμάτων στο θέατρο] ημικύκλιο, μισός κύκλος
γῦρος δαχτυλίδι, κύκλος
τροχός [οτιδήποτε τρέχει κυκλικά] στρογγυλή πλάκα, τροχός, ρόδα
στρογγυλότης στρογγυλότητα, κυκλικότητα
περικύκλωσις περικύκλωση, περιβολή, περιστοίχιση
περιστροφή στροφή, περιστροφή
περιφορά περιστροφική κίνηση, περιστροφή, περιφορά

Ρ. κυκλόω περικυκλώνω, περιτριγυρίζω, κινούμαι κυκλικά, περιστρέφομαι
κυκλέω κινούμαι γύρω γύρω, κινούμαι κυκλικά, περικυκλώνω, περιβάλλω
περικυκλόω περικυκλώνω, κινώ ολόγυρα
στρογγύλω συστρέφω, περιστρέφω, περιδινίζω
ἐγκυκλόω κινώ κάτι γύρω ή μέσα σε κύκλο, περιβάλλομαι, περικυκλώνομαι, περιφέρομαι
περιίστημι τινα κύκλῳ περικυκλώνω, περιβάλλω
περιβάλλω περικυκλώνω, περιστοιχίζω, περικλείω
σηκάζω εγκλύω σε περιφραγμένο χώρο, μανδρώνω

Επίθ. κυκλικός [αυτός που αναφέρεται στον κύκλο] κυκλικός
κυκλωτός κυκλικός, στρογγυλός
στρογγύλος στρογγυλός, σφαιρικός
κυκλοτερής στρογγυλά κατασκευασμένος, κυκλικός, στρογγυλός
περιφερής κυκλικός, στρογγυλός, σφαιρικός

Επίρ. κύκλῳ σε κύκλο, σε δακτύλιο, γύρω, ολόγυρα
κυκλικῶς σε σχήμα κύκλου, κυκλικά
ὁλογύρως ολόγυρα, γύρω γύρω, κυκλικά

Φρ. μή μου τοὺς κύκλους τάραττε [λέγεται ως αντίδραση από κάποιον που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας ή αυτοσυγκέντρωσης σε κάποιον που τον ενοχλεί] μην ενοχλείτε τους κύκλους μου