Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
6. αἰδώς { Ήθος }
Ουσ. αἰδώς [το συναίσθημα του ανθρώπου που χαρακτηρίζεται από ντροπή] ντροπή, αιδημοσύνη (λόγ.)
ἐντροπή ντροπή, προσβολή, σεβασμός, εκτίμηση
αἰσχύνη ντροπή, όνειδος, ατίμωση, αίσχος
σεμνότης σεμνότητα, συστολή, σοβαρότητα, αξιοπρέπεια
κοσμιότης κοσμιότητα, ευπρέπεια
σέβας [φόβος μαζί με σεβασμό] σεβασμός, συστολή, δέος
Ρ. αἰδέομαι [αισχύνομαι να πράξω κάτι] ντρέπομαι
αίσχύνομαι ντρέπομαι, αισθάνομαι ντροπή
ἐντρέπομαι ντρέπομαι, νιώθω ντροπή
καταισχύνω ντροπιάζω, ατιμάζω
φοβοῦμαι [φοβάμαι μην σχηματίσει κάποιος κακή γνώμη] υπολήπτομαι
σέβομαι [σέβομαι τη δυστυχία του άλλου] φροντίζω, νοιάζομαι, δείχνω ενδιαφέρον και συμπάθεια
εὐλαβοῦμαι σέβομαι, δείχνω σεβασμό
Επίθ. αἰδήμων ντροπαλός, ευγενικός
κόσμιος ευπρεπής, ταιριαστός
σεμνός σεβάσμιος, διακριτικός, συνεσταλμένος
Επίρ. αἰδημόνως ντροπαλά, με κοσμιότητα, ευπρεπώς, κοσμίως
Φρ. αἰδώς, Ἀργεῖοι σε Ομηρ. Ιλ. [ηθική επίπληξη προς μια ομάδα ανθρώπων] ντροπή Αργείοι, ντροπή σας!
14. ἀναίδεια { Ήθος }
Ουσ. ἀναίδεια [η έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου ντροπής] αυθάδεια, αγένεια
ἀναισχυντία ξεδιαντροπιά, προκλητικότητα
θρασύτης θρασύτητα, αδιακρισία
Επίθ. ἀναιδής αυθάδης, αγενής, θρασύς, ανάγωγος, αδιάντροπος, ξετσίπωτος, αθυρόστομος
θρασύς αδιάντροπος, θρασύς, παράτολμος, ριψοκίνδυνος
Επίρ. ἀναιδῶς χωρίς ντροπή, αδιάντροπα
ἀναιδημόνως αδιάντροπα, ξετσίπωτα