Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
59. κίνησις { Κίνηση }
Ουσ. κίνησις κίνηση, δράση, χορός
κίνημα κίνηση, δράση
κινηθμός κίνηση, ορμή
ἐνέργεια δραστηριότητα, δράση, πράξη
εὐκινησία [ευκολία κίνησης] ευκαμψία, ευλυγισία
κινητής [αυτός που θέτει σε κίνηση] δράστης
Ρ. κινέω θέτω σε κίνηση, μετακινώ, κινώ, μετατοπίζω
μετακινέω αλλάζω θέση, μετατοπίζω, απομακρύνω
ἀνακινέω ανακινώ, κουνώ μπρος και πίσω
διακινέομαι τίθεμαι σε κίνηση, κινούμαι
οὐκ ἀτρεμίζω είμαι ανήσυχος
Επίθ. κινητικός [αυτός που θέτει σε κίνηση] κινητικός, κινητός
εὐκίνητος ευλύγιστος, εύκαμπτος, ευκίνητος
ἀεικίνητος συνεχώς κινούμενος, ασταμάτητος
Επίρ. κινητικῶς κινητικά, με κινητικό τρόπο
123. ἀκινησία { Κίνηση }
Ουσ. ἀκινησία [έλλειψη κίνησης] αδράνεια, στασιμότητα
ἠρεμία ησυχία, αταραξία, ακινησία
ἀδράνεια απραξία, οκνηρία
στάσις ακινησία, θέση, τοποθέτηση
ἡσυχία αταραξία, στατικότητα, ηρεμία
παράλυσις παράλυση, αδυναμία
Ρ. ἠρεμέω είμαι ήσυχος, είμαι αδρανής, αναπαύομαι, στέκομαι ατάραχος
ἀτρεμέω μένω ακίνητος, μένω ήσυχος
ἐκπαύω αδρανοποιώ, σταματώ
ἡσυχάζω είμαι ήρεμος, ξεκουράζομαι, παραμένω ατάραχος
δι' ἡσυχίης εἰμί είμαι ήσυχος, ησυχάζω
ἡσυχίαν ἄγω είμαι ήρεμος, ησυχάζω
Επίθ. ἀκίνητος ακίνητος, αμετακίνητος, οκνηρός
δυσκίνητος αμετακίνητος, σταθερός
στάσιμος σταθερός, ακίνητος, αμετακίνητος
ἀδρανής ανενεργός, ασθενής, αδύναμος
ἀπλανής αμετακίνητος, σταθερός
σταθερός αμετακίνητος, ασάλευτος, αμετάβλητος
Επίρ. ἀκινήτως ακίνητα, αμετάβλητα
αμετακινήτως αμετακίνητα