Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

58. κίνδυνος { Δράση }


Ουσ. κίνδυνος τόλμη, κίνδυνος, τολμηρή επιχείρηση, προσπάθεια
τόλμημα τολμηρό εγχείρημα, τολμηρή πράξη
παρακινδύνευσις επικίνδυνο τόλμημα, ριψοκίνδυνο εγχείρημα
κινδύνευμα τόλμημα, εγχείρημα, διακινδύνευση
κινδυνευτής ριψοκίνδυνος άνθρωπος, τολμηρός άνθρωπος

Ρ. κινδυνεύω είμαι τολμηρός, πραγματοποιώ εγχείρημα, παίρνω ρίσκο, κάνω κάτι θαρραλέο
διακινδυνεύω διατρέχω κάθε κίνδυνο, ριψοκινδυνεύω, ρισκάρω
ἐν κινδύνῳ εἰμί βρίσκομαι σε κίνδυνο
παρακινδύνευσιν ποιοῦμαι παρακινδυνεύω, τολμώ ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα
ἀποτολμάω αναλαμβάνω παράτολμο εγχείρημα
συγκινδυνεύω συμμετέχω στον κίνδυνο, κινδυνεύω μαζί, πολεμώ μαζί

Επίθ. κινδυνευτικός ριψοκίνδυνος
παρακινδυνευτικός τολμηρός, ριψοκίνδυνος
ἐπικίνδυνος αβέβαιος, επισφαλής
ἐπισφαλής ασταθής, αβέβαιος
ἀκροσφαλής ασταθής, επισφαλής, αβέβαιος

Επίρ. παρακινδυνευτικῶς ριψοκίνδυνα, με τολμηρό τρόπο
ἐπικινδύνως σε αβέβαιη κατάσταση, σε κρίσιμη κατάσταση
ἐπισφαλῶς σε κατάσταση κινδύνου
ἐν κινδύνῳ σε κίνδυνο