Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
56. κακοδαιμονία { Συναίσθημα }
Ουσ. κακοδαιμονία ατυχία, δυστυχία
δυστυχία κακή τύχη, ατυχία
ἀτυχία κακή τύχη, ατυχία, αποτυχία, αναποδιά
ἀθλιότης δυστυχία, αθλιότητα
τλημοσύνη ταλαιπωρία, αθλιότητα
Ρ. κακοδαιμονέω είμαι δυστυχής
κακῶς πράττω βρίσκομαι σε άσχημη κατάσταση, δυστυχώ, ζω μια ζωή δυστυχισμένη
δυστυχέω είμαι άτυχος, είμαι δυστυχής, είμαι δυσαρεστημένος
κακοπραγέω δυστυχώ, είμαι άτυχος
κακοτυχέω δυστυχώ, είμαι κακότυχος
Επίθ. κακοδαίμων κακότυχος, ατυχής, δυστυχής
δυστυχής ατυχής, δυστυχής, κακότυχος, προάγγελος κακών, πρόξενος κακών
δύσποτμος άτυχος, δυστυχής, κακόμοιρος, άθλιος, ταλαίπωρος, μίζερος
τλήμων δυστυχής, ταλαιπωρημένος, άθλιος
δείλαιος δυστυχής, θλιμμένος, μηδαμινός
δύστηνος άθλιος, δυστυχισμένος, άτυχος, κακόμοιρος, κακορίζικος
ἄθλιος ταλαιπωρημένος, δυστυχής, ελεεινός
τρισάθλιος τρεις φορές δυστυχισμένος, πανάθλιος
Επίρ. κακοδαιμόνως με κακή τύχη, δυστυχώς
δυστυχῶς με δυστυχία, δυστυχώς
ἀθλίως άθλια
οἰκτρῶς οικτρά
46. εὐδαιμονία { Συναίσθημα }
Ουσ. εὐδαιμονία ευημερία, ευτυχία, καλή τύχη, καλοτυχία, απόλυτη ικανοποίηση
εὐτυχία καλή τύχη, επιτυχία, ευημερία
μακαριότης ευτυχία, ευδαιμονία
πολυτέλεια πολυτέλεια, χλιδή, τρυφή
εὐμάρεια άνεση, καλοπέραση, καλή κατάσταση
ὄλβος ευτυχία, ευδαιμονία, αγαθά, πλούτος, αφθονία
εὐμοιρία ευτυχία, πλούτος, ευημερία, ευκληρία
Ρ. εὐδαιμονέω ευημερώ, είμαι τυχερός, ευτυχώ, είμαι ευτυχής
εὐθενέω ευημερώ, έχω αφθονία
εὐπραγέω ευτυχώ, ευημερώ, ακμάζω, προκόβω
εὐτυχέω είμαι ευτυχισμένος, είμαι πετυχημένος, ευημερώ, ευδαιμονώ
ὑπερευδαιμονέω είμαι υπέρμετρα ευτυχής
εὐημερέω βρίσκομαι σε κατάσταση ευημερίας, περνώ ευτυχισμένες μέρες
εὐδαίμων εἰμί είμαι ευτυχισμένος
καλῶς πράττω ευτυχώ
εὖ πράττω ευτυχώ, βρίσκομαι σε καλή κατάσταση
εὐδαιμονίζω αποκαλώ ή λογαριάζω κάποιον ευτυχισμένο, μακαρίζω
Επίθ. εὐδαίμων ευλογημένος από τον θεό, τυχερός, ευτυχισμένος, μακάριος
εὐτυχής ευτυχής, πετυχημένος, τυχερός, καλότυχος, ευτυχισμένος
μάκαρ ευτυχισμένος, ευλογημένος, καλότυχος
μακάριος καλότυχος, ευτυχισμένος
ὄλβιος ευτυχισμένος, μακάριος
ὀλβιοδαίμων καλότυχος, μακάριος
μακαριστός αξιοζήλευτος
ἀξιομακάριστος άξιος να θεωρείται χαρούμενος
Επίρ. εὐδαιμόνως ευτυχισμένα
εὐτυχῶς με καλή τύχη
Φρ. Τίς εὐδαίμων; Ὁ τό σῶμα ὑγιής, τήν δέ τύχην εὔπορος, τήν δέ ψυχήν εὐπαίδευτος. Ποιος είναι ευτυχισμένος; Ο υγιής στο σώμα, ο καλότυχος και ο καλλιεργημένος στην ψυχή.