Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

54. θεός { Θεός }


Ουσ. θεός [αυτός που άρχει, που εξουσιάζει] θεός
θεά θεά, θεότητα
θέαινα θεά
θεότης θεότητα, θεϊκή φύση, θεϊκή υπόσταση

Ρ. θεάζω είμαι θείος, θείας φύσης
θεοποιέω κάνω κάποιον θεό, θεοποιώ, αποθεώνω

Επίθ. θεῖος [αυτός που προέρχεται ή εκπορεύεται από τους θεούς] θεϊκός, θεόσταλτος
θεϊκός [αυτός που ανήκει στον θεό ή προέρχεται από αυτόν] θεϊκός, θείος, θεόσταλτος
θεσπέσιος θείος, θεϊκός
ἱερός [αυτός που έχει θεία, υπερφυσική δύναμη] θείος

Επίρ. θείως [μέσω θεϊκής πρόνοιας] με θεϊκό τρόπο, με θεία πρόνοια
θεόθεν από τους θεούς, με τη βοήθεια των θεών, με την εύνοια των θεών

Φρ. βέλτιστοι γιγνόμεθα πρός τούς θεούς βαδίζοντες γινόμαστε πολύ καλοί όταν βαδίζουμε προς τους θεούς
ἀπό μηχανής θεός [για αιφνίδια εμφάνιση θεού που δίνει λύση στο πρόβλημα] ο από μηχανής θεός