Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
52. θάρσος { Ήθος }
Ουσ. θάρσος θάρρος, τόλμη, γενναιότητα
θράσος [υπερβολικό θάρρος, με αρνητική σημασία] θρασύτητα, ξεδιαντροπιά, αυθάδεια, απερίσκεπτη τόλμη
τόλμα τόλμη, θάρρος, αφοβία
εὐτολμία θάρρος, τόλμη, ανδρεία, γενναιότητα
ἀφοβία έλλειψη φόβου, αφοβία
ἀνδρεία γενναιότητα, ανδροσύνη, ανδρικό φρόνημα και ήθος
γενναιότης ευγένεια του χαρακτήρα, αριστοκρατική συμπεριφορά
Ρ. θαρσέω είμαι γεμάτος θάρρος, παίρνω θάρρος
θαρσῶ μάχην τολμώ να πολεμήσω
τολμάω έχω τόλμη, έχω θάρρος, τολμώ, αποτολμώ
ἀποθαρρέω έχω θάρρος, έχω πλήρη αυτοπεποίθηση
θρασύνομαι είμαι γενναίος, παίρνω θάρρος
Επίθ. θαρσαλέος τολμηρός, γενναίος, θαρραλέος, άφοβος. ατρόμητος
ἄφοβος ατρόμητος, άφοβος, απτόητος, ελεύθερος από φόβο
τολμήεις τολμηρός, ριψοκίνδυνος
θρασύς γενναίος, τολμηρός, θαρραλέος
Επίρ. θαρσαλέως με γενναιότητα, θαρραλέα, με θάρρος
θαρσούντως θαρραλέα, με γενναιότητα
ἀφόβως χωρίς φόβο
θρασέως παράτολμα, με περισσότερο θάρρος από όσο πρέπει