Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
50. θάλασσα { Ανόργανη Ύλη }
Ουσ. θάλασσα θάλασσα
ἅλς [γεν. ἁλός] θάλασσα
πέλαγος θάλασσα, πέλαγος, ωκεανός
πόντος θάλασσα, ανοιχτό πέλαγος
κῦμα φούσκωμα της θάλασσας, κύμα
αἰγιαλός ακροθαλασσιά, παραλία, ακτή, όχθη
θίς [γεν. θινός] παραλία, ακτή, όχθη
ὄχθη [το χείλος των πλευρών ενός ποταμού] όχθη
ἀκτή γιαλός, ακροθαλασσιά, παραλία
Ρ. θαλασσεύω βρίσκομαι στη θάλασσα, ταξιδεύω
ναυκρατῶ είμαι κυρίαρχος των θαλασσών
θαλασσοκράτωρ εἰμί είμαι θαλασσοκράτορας, κυριαρχώ στη θάλασσα
κρατῶ τῆς θαλάσσης κυριαρχώ στη θάλασσα
ναυσθλοῦμαι πορεύομαι διά θαλάσσης
ναυστολέω πορεύομαι διά θαλάσσης
Επίθ. θαλάσσιος [αυτός που αναφέρεται στη θάλασσα] θαλάσσιος, θαλασσινός
ἐνάλιος [αυτός που βρίσκεται μέσα ή πάνω στη θάλασσα] θαλάσσιος
πόντιος [αυτός που βρίσκεται κοντά ή μέσα στη θάλασσα] θαλασσινός
ὑπερπόντιος [αυτός που βρίσκεται πάνω ή πέρα από τη θάλασσα] υπερπόντιος, υπερατλαντικός
παράκτιος [αυτός που βρίσκεται δίπλα στην ακτή] παράλιος
παράλιος [αυτός που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα] παράλιος
ἀμφιθάλασσος [αυτός που έχει θάλασσα και από τις δύο μεριές] περίκλειστος, περιζωσμένος από θάλασσα
ἀλίκτυπος [αυτόν που τον χτυπούν τα κύματα, λέγεται για πλοία σε κακοκαιρία] θαλασσόδαρτος, θαλασσοβρεγμένος
Επίρ. θαλασσίως δια του πελάγους, μέσω της θάλασσας
κατὰ θάλασσαν μέσω θάλασσας
διὰ θαλάσσης μέσω της θάλασσας
Φρ. παρὰ θῖν᾽ ἁλός δίπλα στη θάλασσα, παραλιακά