Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
5. ἀδυναμία { Ανόργανη Ύλη }
Ουσ. ἀδυναμία [έλλειψη σωματικής δύναμης] αδυναμία, εξάντληση, ατονία
ἀσθένεια [έλλειψη δύναμης] αδυναμία, ατονία, νοσηρότητα
ἀτονία [εξασθένηση των δυνάμεων] ατονία, αδυναμία, ανικανότητα
ἀνισχυρότης [έλλειψη ισχύος] αδυναμία
Ρ. ἀδυναμέω δεν έχω δύναμη, δεν είμαι ικανός
ἀδυνατέω είμαι αδύναμος, δεν έχω τη δύναμη, δεν μπορώ
Επίθ. ἀδύναμος αδύνατος
ἀνίσχυρος αδύναμος, ανίκανος
ἰσχνός αδύνατος, ξηρός, μαραμένος
Επίρ. ἀτόνως άτονα
38. δύναμις { Ανόργανη Ύλη }
Ουσ. δύναμις δύναμη, ρώμη, ικανότητα
~ σωματική, κοινωνική, πολιτική, στρατιωτική, ψυχική, υπερφυσική, κινητήριος
ἰσχύς δύναμη, ισχύς
ῥώμη σωματική δύναμη, ισχύς
σθένος δύναμη, ισχύς, σθένος
ἱκανότης ικανότητα, δυνατότητα, δεξιότητα
Ρ. δύναμαι είμαι δυνατός, είμαι ικανός, μπορώ, τολμώ, έχω τη δύναμη, δύναμαι (λόγ.)
ἀκμάζω είμαι αρκετά ισχυρός για να κάνω κάτι
δυναμόω δίνω δύναμη, ενισχύω
ἐνδυναμόω ενισχύω, ενδυναμώνω
Επίθ. δυνατός [αυτός που έχει σωματική ή ψυχική δύναμη] ισχυρός, γερός, ρωμαλέος. ακμαίος, ικανός
κραταιός δυνατός, ισχυρός, ανθεκτικός
καρτερός δυνατός, ισχυρός, ρωμαλέος, μέγας
ῥωμαλέος [ισχυρός στο σώμα] δυνατός, εύρωστος
σθεναρός ισχυρός, δυνατός
ἰκανός ισχυρός, επαρκής, κατάλληλος, ικανοποιητικός
ἰσχυρός δυνατός, ακμαίος, ρωμαλέος
κράτιστος ο ισχυρότερος, ο δυνατότερος
ἔντονος ρωμαλέος, ισχυρός
στιβαρός ισχυρός, δυνατός, εύρωστος
Επίρ. δυνατῶς δυνατά, ισχυρά, ρωμαλέα
μετά δυνάμεως με δύναμη, δυνατά
ἰσχυρῶς ισχυρά, γερά
κραταιῶς ισχυρά, δυνατά
ἐντόνως δυνατά, βίαια
Φρ. κατὰ τὸ δυνατόν όσο είναι δυνατό