Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

49. ἡμέρα { Χρόνος }


Ουσ. ἡμέρα ημέρα, περίοδος χρόνου, χάραμα, ξημέρωμα
~ εργάσιμη, ηλιόλουστη, εορταστική, επόμενη, άγια, κακή
ἡμερία ώρα, μέρα
δι' ἡμέρης κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ημέρας
δι' ἡμερῶν πολλῶν στο μεσοδιάστημα πολλών ημερών
ἐξἡμέρας στο διάστημα της ημέρας
καθ'ἡμέραν καθημερινά
μεθ' ἡμέραν το μεσημέρι

Ρ. ἡμερεύω περνώ την ημέρα μου
διημερεύω παραμένω κατά τη διάρκεια της μέρας
διέρχομαι τάς ἡμέρας μου περνώ τις μέρες μου, ζω

Επίθ. ἡμερήσιος [αυτός που διαρκεί μία ημέρα] ημερήσιος, καθημερινός
ἡμέριος [αυτός που διαρκεί μία ημέρα] ημερήσιος, καθημερινός
ἡμερινός [αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ημέρα] ημερήσιος

Επίρ. ἡμερησίως κάθε μέρα, καθημερινά
ἡμερινῶς κατά τη διάρκεια της μέρας

Φρ. ἅμα τῇ ἡμέρᾳ μόλις ξημέρωσε

73. νύξ { Χρόνος }


Ουσ. νύξ νύχτα, περίοδος νύχτας, βράδυ
σκότος σκοτεινιά, σκοτάδι
ἑσπέρα βράδυ, βραδάκι, δειλινό, βραδιά
μέσαι νύκτες μεσάνυχτα
πόρρω τῶν νυκτῶν βαθιά μέσα στη νύχτα
διά νυκτός κατά τη διάρκεια της νύχτας
ὑπὸ νύκτα μόλις νυχτώσει

Ρ. νυκτερεύω περνώ όλη τη διάρκεια της νύχτας
διανυκτερεύω περνώ τη νύχτα
παννυχίζω [κάνω οτιδήποτε κατά τη διάρκεια της νύχτας] ξενυχτώ, κρατώ αγρυπνία
νυκτεγερτέω αγρυπνώ τη νύχτα παραφυλώντας

Επίθ. νυκτερινός [αυτός που συμβαίνει ή ανήκει στη νύχτα] νυχτερινός
νύκτερος νυχτερινός
ἔσπερος βραδινός, εσπερινός
νύχιος νυχτερινός, σκοτεινός, ζοφερός
ἐννύχιος βραδινός, βραδιάτικος, νυχτερινός
παννύχιος [αυτός που διαρκεί όλη νύχτα] ολονύκτιος

Επίρ. νύκτωρ κατά τη διάρκεια της νύχτας
νυχθημερόν μέρα και νύχτα

Φρ. ὑπὸ μέλαθρα νύχια στον Κάτω Κόσμο