Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
39. εἰμί { Ύπαρξη }
Ουσ. οὐσία ύπαρξη, ουσία, οντότητα, φύση
ὕπαρξις ουσία, υπόσταση, ύπαρξη
ὑπόστασις ουσία, πραγματική φύση, βασική αρχή, πεμπτουσία
ὀντότης ύπαρξη, υπόσταση, το είναι
Ρ. εἰμί είμαι, υπάρχω
πάρειμι είμαι παρών, παρίσταμαι, συμπαραστέκομαι
ὑπάρχω αρχίζω να υπάρχω, έρχομαι στη ζωή
ἐνυπάρχω υπάρχω, περιλαμβάνομαι, περιέχομαι
γίγνομαι έρχομαι σε κατάσταση ύπαρξης, έρχομαι στη ζωή
ζάω ζω, δίνω ζωή, διατηρώ στη ζωή
Επίθ. αὐθύπαρκτος [αυτός που υπάρχει ή γίνεται από μόνος του] αυθυπόστατος
αὐτοτελής απόλυτος, αυθύπαρκτος
ὑποστατός αυτός που υπάρχει πραγματικά