Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
37. δουλεία { Βούληση }
Ουσ. δουλεία [η στέρηση της ελευθερίας] σκλαβιά, δουλεία, υπηρεσία
ὑπηρεσία [επίπονη χειρωνακτική εργασία] υπηρεσία, λειτουργία
Ρ. δουλόω υποδουλώνω, σκλαβώνω, υποτάσσω
ἀνδραποδίζω υποδουλώνω, φέρνω σε κατάσταση δουλείας
χειρόομαι υποτάσσω, αιχμαλωτίζω
δουλεύω είμαι δούλος, υπηρετώ ως δούλος
δεσπόζω είμαι κύριος ή αφέντης κάποιου
Επίθ. δοῦλος δουλικός, υπόδουλος, υποτελής, υπηρετικός
δουλικός [αυτός που αρμόζει σε δούλο] δουλικός, δουλοπρεπής
δούλειος δουλικός, υπηρετικός, βοηθητικός
δουλοπρεπής δουλικός
δουλόσυνος υπόδουλος, υποταγμένος
Επίρ. δουλικῶς δουλικά
δουλοπρεπῶς με δουλοπρέπεια
Φρ. πᾶσα δουλεία παρά φύσιν ἐστί κάθε δουλεία είναι αντίθετη με τη φύση του ανθρώπου
41. ἐλευθερία { Βούληση }
Ουσ. ἐλευθερία ανεξαρτησία, ελευθερία
ἀπελευθέρωσις [απόδοση ελευθερίας σε κάποιον που την έχει στερηθεί] απελευθέρωση
λύτρωσις απελευθέρωση
ἀπαλλαγή απολύτρωση, απελευθέρωση, γλιτωμός
Ρ. ἐλευθερόω ελευθερώνω, απελευθερώνω, αποδεσμεύω
ἀπαλλάσσω απελευθερώνω, ανακουφίζω, απολυτρώνω
ἀπολύω απελευθερώνω, απαλλάσσω
ἀφίημι αφήνω ελεύθερο, αφήνω κάποιον να φύγει
ἐλεύθερον ποιῶ απελευθερώνω, αφήνω κάποιον ελεύθερο
ἐλευθερίαν πράττω επιτυγχάνω την ελευθερία κάποιου
ἐλευθεροστομέω μιλάω ελεύθερα, με θάρρος, με παρρησία
Επίθ. ἐλεύθερος ελεύθερος, ανοιχτός, ανεμπόδιστος
ἐλευθέριος [αυτός που μιλά ή ενεργεί ως ελεύθερος άνθρωπος] ελεύθερος, ειλικρινής, άδολος
ἀπελεύθερος [ο δούλος που έχει χειραφετηθεί] απελεύθερος
ἄδεσμος αδέσμευτος, ελεύθερος
Επίρ. ἐλευθέρως ελεύθερα, χωρίς εξαναγκασμό
Φρ. ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας μάχεσθαι να μάχεστε για την ελευθερία