Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

36. δίκη { Ήθος }


Ουσ. δίκη δικαστική ενέργεια, δίκη, εκδίκαση υπόθεσης
~ εικονική, ιστορική, πολύκροτη, δίκαιη, κεκλεισμένων των θυρών
ἀγών αγώνας σε δικαστήριο, δίκη
ἀντιλογία αντιπαραβολή, διαμάχη, αντίθετα επιχειρήματα
ἀπόφασις κρίση, απόφαση δικαστηρίου
κρίσις δικαστικός αγώνας, αποτέλεσμα δίκης, καταδίκη

Ρ. δικάζω κρίνω, εκδικάζω
ἀποφαίνομαι παρουσιάζω μαρτυρίες και τεκμήρια
ἐκδικάζω αποφασίζω οριστικά, τελεσιδικώ
ἐπιδικάζω ενάγω, αιτούμαι δικαστικώς
δικάζω δίκας ορίζω ποινή
δίκην λαγχάνω ενάγω, φέρνω κάποιον στο δικαστήριο, κατηγορώ
δίκην δίδωμι τιμωρούμαι
δίκην ἔχω τιμωρούμαι
δίκην διώκω είμαι ο κατήγορος
δίκας αἱρῶ κερδίζω τη δίκη

Επίθ. δικαστικός [αυτός που αναφέρεται στον νόμο ή στις δίκες] έμπειρος στις δίκες, δικαστικός
δικανικός έμπειρος, επιδέξιος στα νομικά ζητήματα, δικαστικός
δικάσιμος [αυτός που μπορεί να δικαστεί, ημέρα κατά την οποία δικάζεται μια υπόθεση] δικάσιμος, δικάσιμη ημέρα

Επίρ. δικαστικῶς δικαστικά, διά της δικαστικής οδού