Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
35. δημοκρατία { Βούληση }
Ουσ. δημοκρατία λαϊκή διακυβέρνηση, δημοκρατικό πολίτευμα
~ κοινοβουλευτική, λαϊκή, βασιλευόμενη, προεδρευόμενη, άμεση
Ρ. δημοκρατέομαι έχω δημοκρατικό πολίτευμα
ἐν δημοκρατία πολιτεύομαι κυβερνώμαι δημοκρατικά
ἐν δημοκρατία ζῶ ζω σε δημοκρατικό πολίτευμα
κοινοβουλέω αποφασίζω από κοινού
Επίθ. δημοκρατικός [αυτός που ανήκει ή χαρακτηρίζει μια δημοκρατία] δημοκρατικός, ευνοϊκός προς τη δημοκρατία, δημοκρατικός στις πολιτικές πεποιθήσεις
Επίρ. δημοκρατικῶς με δημοκρατικό τρόπο
Φρ. Κρατίστην εἶναι δημοκρατίαν ὅπου τοῖς πονηροῖς οὐκ ἔξεστιν ἄρχειν καὶ τοῖς ἀγαθοῖς οὐκ ἔξεστιν μή ἄρχειν Ισχυρότατη είναι η δημοκρατία εκείνη όπου στους μεν πονηρούς δεν επιτρέπεται να κυβερνούν, στους δε καλούς δεν επιτρέπεται να μην κυβερνούν
67. μοναρχία { Βούληση }
Ουσ. μοναρχία [η αρχή, η εξουσία του ενός] μοναρχία, μοναρχικό πολίτευμα, απόλυτη κυριαρχία, βασιλεία
τυραννίς απόλυτη αρχή, δεσποτική εξουσία
βασιλεία βασιλική εξουσία, κληρονομική μοναρχία
μόναρχος [αυτός που κυβερνά μόνος] μονάρχης, απόλυτος άρχοντας, βασιλιάς
δυνάστης απόλυτος άρχοντας, κυβερνήτης, δυνάστης
τύραννος απόλυτος άρχοντας, τύραννος
Ρ. μοναρχέω είμαι μονάρχης, είμαι απόλυτος άρχοντας
τυραννεύω είμαι απόλυτος άρχων, κυβερνώ τυραννικά
δυναστεύω είμαι δυνάστης, κρατώ την κυριαρχία
ἄρχω είμαι άρχοντας, κυβερνώ, δεσπόζω, εξουσιάζω
Επίθ. μοναρχικός [αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μοναρχία, αυτός που ρέπει προς τη μοναρχία] μοναρχικός, βασιλικός
δυναστευτικός δεσποτικός, τυραννικός
τυραννικός δεσποτικός, βασιλικός
δεσποτικός δυναστικός, τυραννικός, δεσποτικός
Επίρ. μοναρχικῶς με τρόπο μοναρχικό, με τρόπο που ταιριάζει σε μονάρχη
τυραννικῶς με τρόπο τυραννικό
Φρ. ἐλέῳ θεοῦ μοναρχία [πολιτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο μονάρχης έχει λάβει την εντολή της εξουσίας από τον Θεό] ελέω θεού μοναρχία