Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
31. γίγνομαι { Ύπαρξη }
Ουσ. γένος γενιά, φυλή, καταγωγή, οικογένεια
γένεσις γενιά, φυλή, προέλευση, καταγωγή, αρχή, ξεκίνημα
γενεά οικογένεια, φυλή, έθνος
γενέθλη γέννηση, αρχή, προέλευση, καταγωγή
γέννησις δημιουργία, παραγωγή
πλάσις σχηματισμός, μόρφωση
κτίσις κτίση, δημιουργία του Σύμπαντος
δημιουργία γέννηση, δημιουργία, κατασκευή
γέννημα [αυτό που παράγεται ή γεννιέται] τέκνο, προϊόν
κτίσμα [οτιδήποτε έχει δημιουργηθεί] πλάσμα, δημιούργημα
Ρ. γίγνομαι έρχομαι σε κατάσταση ύπαρξης, έρχομαι στη ζωή
γεννῶμαι γεννιέμαι, δημιουργούμαι
φύομαι γίνομαι, γεννιέμαι
πλάσσομαι σχηματίζομαι, πλάθομαι
Επίθ. γεγενημένος γεννημένος
γενόμενος δημιουργημένος, γινόμενος
πεπλασμένος πλασμένος, φτιαγμένος
πεποιημένος φτιαγμένος, πλασμένος
γενέθλιος [αυτός που σχετίζεται ή ανήκει στη γέννηση κάποιου] γενέθλιος