Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
26. βασιλεύς { Βούληση }
Ουσ. βασιλεύς [ανώτατος άρχοντας ενός κράτους] βασιλιάς, αρχηγός
ἄναξ άρχοντας, βασιλιάς
ἄρχων κυβερνήτης, ηγέτης, διοικητής
μόναρχος [αυτός που κυβερνά μόνος] μονάρχης, απόλυτος άρχοντας
σύναρχος [αυτός που ασκεί εξουσία από κοινού με άλλους] συνάρχοντας, συγκυβερνήτης
δυνάστης απόλυτος άρχοντας, κυβερνήτης
ὁμόθρονος αυτός που μοιράζεται τον ίδιο θρόνο
αὐτοκράτωρ άρχοντας, αυτοκράτορας
ἡγεμών ηγεμόνας, κυρίαρχος, αρχηγός, στρατηγός, διοικητής, έπαρχος
βασίλισσα βασίλισσα
ἄνασσα βασίλισσα, αρχόντισσα
Ρ. βασιλεύω είμαι βασιλιάς, εξουσιάζω, άρχω, κυριαρχώ
ἐξουσιάζω ασκώ εξουσία
ἐπικρατέω άρχω, κυβερνώ, είμαι ανώτερος, υπερισχύω
ἄρχω κυβερνώ, εξουσιάζω, διοικώ
δεσπόζω είμαι κυρἰαρχος, είμαι άρχοντας, είμαι κύριος ή αφέντης
δυναστεύω κρατώ την εξουσία, κυβερνώ, έχω την κυριαρχία
ἡγεμονεύω είμαι ηγεμόνας, ηγούμαι, εξουσιάζω, έχω την αρχηγία
κρατέω άρχω, κατέχω εξουσία, κυβερνώ, εξουσιάζω
ἀνάσσω είμαι άρχοντας, εξουσιάζω, διοικώ
βασιλεύς εἰμί είμαι βασιλιάς, εξουσιάζω
βασιλεύς γίγνομαι γίνομαι βασιλιάς
Επίθ. βασιλικός βασιλικός, μεγαλοπρεπής, δεσποτικός
βασίλειος [αυτός που ανήκει στον βασιλιά] βασιλικός, μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπής μεγαλειώδης, μεγαλοπρεπής
ἡγεμονικός αρχηγικός, κυβερνητικός
αὐτοκρατορικός [αυτός που ανήκει ή ταιριάζει σε αυτοκράτορα] βασιλικός, δεσποτικός
ἀνακτόριος [αυτός που ανήκει σε άρχοντα ή βασιλιά] βασιλικός, ηγεμονικός
Επίρ. βασιλικῶς βασιλικά, με βασιλική εξουσία
δεσποτικῶς δεσποτικά, απολυταρχικά
δυναστευτικῶς δυναστευτικά