Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
23. ἀρχή { Τάξη }
Ουσ. ἀρχή ξεκίνημα, αρχή, έναρξη, πρώτη αιτία
ἀφορμή εναρκτήριο σημείο, αρχικό σημείο, προέλευση
ἔναρξις αρχή, έναρξη
ἀπαρχή αρχή, έναρξη θυσιαστικής λειτουργίας, το πρώτο και καλύτερος μέρος ενός πράγματος
ὁρμητήριον σημείο εκκίνησης, αφετηρία
προοίμιον [γεγονός που αποτελεί την αρχή] προοίμιο, εισαγωγή, αρχή
Ρ. ἄρχω αρχίζω, ξεκινώ, κάνω αρχή
κατάρχω κάνω έναρξη, κάνω ξεκίνημα, αρχίζω, ξεκινώ
διάρχω διατηρώ την αρχή μέχρι το τέλος
ἐξάρχω κάνω έναρξη, αρχίζω
ὐπάρχω αρχίζω, κάνω την αρχή, ξεκινώ
Επίθ. ἀρχικός ο ανώτατος, ο πρώτος
πρῶτος [λέγεται για τάξη, σειρά] πρώτος
κορυφαῖος πρώτος, κορυφαίος
Επίρ. ἀρχήθεν από την αρχή, από τα παλιά
ἀρχικῶς αρχικά, πρώτιστα, εν πρώτοις
ἐκ προοιμίου από την αρχή, εξαρχής, από πριν
Φρ. ἀρχὴ ἥμισι παντός [το πιο σημαντικό σε μια προσπάθεια είναι να γίνει η αρχή] η αρχή είναι το ήμισυ του παντός
100. τέλος { Τάξη }
Ουσ. τέλος εκπλήρωση, συμπλήρωση, έκβαση, τελείωμα
τέλος τέλος της ζωής, τέλος του βίου
πέρας τέλος, όριο, σύνορο
τελευτή τέλος, τελείωμα, εκπλήρωση, συμπλήρωση
τέρμα τέλος, όριο
παρακμή κατάπτωση, φθορά
ἐσχατιά έσχατο μέρος, όριο, σύνορο
Ρ. τελέω τελειώνω, συμπληρώνω, εκπληρώνω, διενεργώ, φέρνω εις πέρας
τελευτάω τελειώνω, εκπληρώνω, φτάνω σε ένα τέλος, πεθαίνω
περαίνω φέρνω σε τέλος, τελειώνω, ολοκληρώνω
ἀπολήγω δίνω τέλος, σταματώ, παύω, αποσύρομαι
καταλήγω τελειώνω, σταματώ
ἀνύω ολοκληρώνω, επιφέρω τέλος, καταστρέφω
τέλος ἔχω έχω φθάσει στο τέλος, είμαι ολοκληρωμένος ή έτοιμος
Επίθ. τέλειος [αυτός που έχει φτάσει το τέλος του] τέλειος, πλήρης
τελικός τέλειος, ακέραιος, ολόκληρος
ἄκρος κορυφαίος, εξώτατος
ἐπιτελής [αυτός που έχει οδηγηθεί σε ένα τέλος] πλήρης, τέλειος, ολοκληρωμένος
τελευταῖος έσχατος, τελευταίος
Επίρ. τελικῶς τελικά
ἐν τέλει τελικά, στο τέλος
τέλοσδε προς το τέλος
Φρ. κακῆς ἀπ᾽ ἀρχῆς γίγνεται τέλος κακόν όταν γίνεται κακή αρχή και το τέλος είναι κακό