Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
20. ἀπορία { Δράση }
Ουσ. ἀπορία δυσκολία, δυσχέρεια, έλλειψη πόρων
ἀπορία [για πρόσωπα] δυστροπία, αμηχανία
δυσχέρεια δυσκολία, δυστροπία, αντιπάθεια, έχθρα, αηδία
δυσκολία δυσαρέσκεια, δυστροπία, δυσκολία, δυσχέρεια
ἀμηχανία δυσκολία, κακουχία, συμφορά
πενία φτώχεια, ανάγκη, στέρηση, έλλειψη πόρων
Ρ. ἀπορέω βρίσκομαι σε απορία, βρίσκομαι σε ένδεια
ἀμηχανέω βρίσκομαι σε έλλειψη
πένομαι έχω έλλειψη, έχω ανάγκη, χρειάζομαι
ἀπόρως διάκειμαι βρίσκομαι σε δυσχερή θέση, σε άσχημη κατάσταση
ἀπόρως ἔχει μοι είμαι σε δυσχερή θέση
ἐνδεής εἰμί είμαι ενδεής
ἀμηχανῶν βιοτεύω ζω με στερήσεις, στερούμαι τα απαραίτητα της ζωής
Επίθ. ἄπορος αδιάβατος, απρόσιτος, αδιέξοδος, απροσπέλαστος, δυσκατόρθωτος
δυσχερής δύσκολος, ιδιότροπος
δύστροπος [δύσκολος ως προς την περιστροφή] κακότροπος, ιδιόρρυθμος, ανάποδος
πένης φτωχός, ενδεής, μεροκαματιάρης
ἀμήχανος [αυτός που βρίσκεται σε έλλειψη μέσων ή πόρων] αδύνατος, δύσκολος, απραγματοποίητος
Επίρ. ἀπόρως δυσχερώς
δυσκόλως δύσκολα
δυσχερῶς δύσκολα, με δυσχέρεια