Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

2. ἀγαθός { Νους }


Ουσ. ἀγαθότης [η ιδιότητα του καλού ανθρώπου] αγαθότητα, καλοσύνη, εντιμότητα, ευγένεια
ἀγαθωσύνη αγαθοσύνη, αγαθότητα, χρηστότητα, ευπιστία, ευκολοπιστία, αφέλεια, ελαφρότητα
ἀγαθόν (για πράγματα και αφηρημένες έννοιες) το αγαθό, το καλό, η ευεργεσία

Ρ. ἀγαθύνω πράττω το καλό, ευεργετώ, τιμώ
ἀγαθόω ευεργετώ
ἀγαθοεργέω κάνω καλές πράξεις
πράττω τό ἀγαθόν κάνω το καλό
ποιέω τό ἀγαθόν ευεργετώ, κάνω το καλό
εὖ ποιῶ ευεργετώ

Επίθ. ἀγαθός [ο ευγενής στην καταγωγή] καλός, ευγενής, ηθικός, αριστοκρατικός, συνετός, φρόνιμος, χρηστός
ἀγαθός [με καλές προθέσεις] ενάρετος, καλοκάγαθος, άδολος, άκακος, καλοσυνάτος, καλόκαρδος, καλόψυχος
ἀγαθός (στα ΝΕ με την έννοια του 'αφελής') αφελής, αγαθιάρης, εύπιστος, ευκολόπιστος, χαζός, αθώος, απονήρευτος, άκακος, απλοϊκός
ἐσθλός καλός, αγαθός, ωραίος
καλός ωραίος, όμορφος, αίσιος, ευνοϊκός
γενναῖος γενναίος, δυνατός, ανδρείος, ακέραιος

Επίρ. εὖ καλά, καλώς
ἀγαθῶς αγαθά, καλά
καλῶς καλώς, με καλό τρόπο, ορθά

Φρ. καλοὶ κἀγαθοί [συνδυάζεται η έννοια του πλούτου και της πολιτικής δύναμης] ευγενείς και αγαθοί
καλοὶ κἀγαθοί [συνδυάζεται η έννοια των ιδανικών ανθρώπων ως προς τον χαρακτήρα αλλά και ως προς τις πράξεις] ωραίοι και αγαθοί

57. κακός { Νους }


Ουσ. κακία [η ιδιότητα του κακού] κακία, φαυλότητα, ανεντιμότητα, κακοήθεια, δειλία, αχρειότητα, κακοσύνη, παλιανθρωπιά
κακότης κακία, ανανδρία, αδυναμία
φαυλότης φαυλότητα, κακία, κακεντρέχεια, πενιχρότητα, μηδαμινότητα, ευτέλεια
πονηρία πονηριά, μίσος, πανουργία, εμπάθεια
μοχθηρία κακία, πονηρία, εθελοκακία, εξαχρείωση
πανουργία πανουργία, δόλος, απάτη, μεφιστοφελισμός
εὐτέλεια ευτέλεια, φθήνια
κακόν [ουδέτερο ως ουσιαστικό] το κακό, η συμφορά, η δυστυχία

Ρ. πράττω κακόν πράττω κακές πράξεις
κακόω [για πρόσωπα] κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ κάποιον
κακόω [για πράγματα] προξενώ βλάβη, καταστρέφω κάτι
κακῶς ποιῶ τινα κακοποιώ κάποιον
κακῶς ποιῶ τι βλάπτω κάτι
κακῶς πράττω βρίσκομαι σε κακή κατάσταση, δυστυχώ
κακίζω σκέφτομαι με κακό τρόπο, δείχνω κακία
κακολογώ λέω άσχημα και υβριστικά λόγια για κάποιον
αἰσχρουργέω συμπεριφέρομαι αισχρά, με κακό τρόπο

Επίθ. κακός κακός, δύσμορφος, άσχημος
φαῦλος φαύλος, αισχρός, οικτρός
δειλός άνανδρος, δειλός, πρόστυχος, χυδαίος
ἄθλιος [ο κακός στο είδος του] ανάξιος, αδέξιος, ελεεινός, μηδαμινός
κακοῦργος φαύλος, μοχθηρός
ἐμπαθής μοχθηρός, κακιασμένος, μνησίκακος
δόλιος πανούργος, απατηλός, ανειλικρινής
ἀχρεῖος αισχρός, ανέντιμος, ανήθικος
καχύποπτος κακόβουλος, ύπουλος, πονηρός, κακοπροαίρετος

Επίρ. κακῶς κακώς, με κακό τρόπο
φαύλως με φαύλο τρόπο, κακώς, ελεεινά, οικτρά, ανήθικα
κακοήθως με κακοήθη τρόπο, δόλια, αισχρά

Φρ. ἀγαθὸν και κακὸν ταυτόν το καλό και το κακό ταυτίζονται