Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

19. ἀνωφέλεια { Αξία }


Ουσ. ἀνωφέλεια έλλειψη ωφέλειας
ἀλυσιτέλεια βλάβη, ζημία
ζημία απώλεια, βλάβη, ζημιά
ἀχρηστία αχρηστία, αχρήστευση, ματαιότητα
ματαιοπονία μάταιος κόπος

Ρ. βλάπτω αχρηστεύω, αδρανοποιώ, παρακωλύω, δυσχεραίνω, εμποδίζω
ζημιόω προκαλώ απώλεια, επιφέρω βλάβη
λυμαίνομαι ατιμάζω, επιφέρω βλάβη, καταστρέφω, φθείρω
λωβάομαι κακοποιώ, βλάπτω, κακομεταχειρίζομαι
κακῶς δρῶ βασανίζω, κακοποιώ
δίδω ζημίαν κάνω ζημιά, βλάπτω, καταστρέφω

Επίθ. ἀνωφελής αυτός που δεν ωφελεί, άχρηστος, βλαβερός, επιζήμιος
ἀνωφέλητος ανώφελος, άχρηστος, μάταιος
ἄχρηστος άχρηστος, ανώφελος
μάταιος ανώφελος, ασήμαντος, μάταιος, κενός, επιπόλαιος
βλαβερός επιζήμιος, επιβλαβής, βλαπτικός
ἐπιβλαβής βλαβερός, ολέθριος

Επίρ. ἀνωφελῶς κατά τρόπο επιβλαβή
βλαβερῶς με τρόπο βλαπτικό

116. ὠφέλεια { Αξία }


Ουσ. ὠφέλεια & ὠφελία βοήθεια, συνδρομή, επικουρία, προστασία (κυρίως στον πόλεμο)
ὠφέλεια ωφελιμότητα, χρησιμότητα, χρήση, κέρδος, πλεονέκτημα, όφελος
ἐπωφελία βοήθεια, αρωγή, συνδρομή, όφελος
ὄφελος κέρδος, βοήθεια, αρωγή, χρησιμότητα
εὐεργεσία ωφέλιμη πράξη, αγαθή ενέργεια, καλοσύνη, μεγαλοψυχία, ευεργέτημα
τὸ λυσιτελοῦν ωφέλεια, κέρδος, πλεονέκτημα
ὠφέλημα ωφέλιμο πράγμα, ωφέλεια, κέρδος, πλεονέκτημα

Ρ. ὠφελέω βοηθώ, υποστηρίζω, συντρέχω, είμαι ωφέλιμος σε κάποιον
λυσιτελέω παρέχω ωφέλεια, παρέχω κέρδος
ἀμύνω βοηθώ, συντρέχω, συνδράμω
ἀρήγω βοηθώ, συντρέχω, επικουρώ
βοηθέω παρέχω βοήθεια, έρχομαι να βοηθήσω, έρχομαι να ενισχύσω
ἐπικουρέω συνδράμω, βοηθώ σε ανάγκη
τιμωρέω βοηθώ, επικουρώ, παρέχω βοήθεια, βοηθώ κάποιον που έχει αδικηθεί
ὠφέλειαν παρέχω παρέχω βοήθεια, συνδράμω
ὀνίνημι ωφελώ, ευεργετώ, βοηθώ, υποστηρίζω, έχω κέρδος ή όφελος
εὐεργετέω ενεργώ με καλούς σκοπούς, παρέχω καλές υπηρεσίες, ευεργετώ
εὖ δρῶ ευεργετώ
χρησίμως ἔχω είμαι ωφέλιμος

Επίθ. ὠφέλιμος βοηθητικός, χρήσιμος, επικερδής, πλεονεκτικός, προνομιούχος
ἐπωφελής χρήσιμος, ωφέλιμος
χρήσιμος ωφέλιμος, χρήσιμος, καλός για χρήση
λυσιτελής χρήσιμος, ωφέλιμος, επωφελής, επικερδής
πρόσφορος χρήσιμος, ωφέλιμος, επωφελής
ὠφελήσιμος χρήσιμος, ωφέλιμος
ὠφελητέος απαραίτητος στην παροχή βοήθειας, κατάλληλος να βοηθηθεί

Επίρ. ὠφελίμως κατά τρόπο ωφέλιμο, επωφελώς
ἐπωφελῶς κατά τρόπο ωφέλιμο, ωφέλιμα