Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
18. ἄνθρωπος { Οργανική Ύλη }
Ουσ. ἄνθρωπος [αυτός που έχει πρόσωπο άνδρα] άνδρας, άνθρωπος, ανθρώπινο ον
ἀνήρ άνδρας, άνθρωπος εν γένει
γυνή [με σημασία ελέους και οίκτου] γυναίκα
βροτός θνητός άνθρωπος
ἀνθρωπάριον ανθρωπάκι, μικράνθρωπος, τιποτένιος
ἀνθρώπειον [το σύνολο των ανθρώπων] ανθρωπότητα, ανθρώπινο γένος
θνητή φύσις ανθρωπότητα
Ρ. ἐνανθρωπέω [αποκτώ ανθρώπινη υπόσταση] ενανθρωπίζομαι, ενσαρκώνομαι
ἐξανθρωπίζω [κάνω κάτι προσιτό στον άνθρωπο] ανθρωποποιώ, εξευγενίζω
προσωποποιέω [παριστάνω άψυχα όντα με ανθρώπινη μορφή ή με ανθρώπινες ιδιότητες] προσωποποιώ
Επίθ. ἀνθρώπινος [ο αρμόζων σε άνθρωπο, σε αντίθεση με το θεϊκό] ανθρώπινος
θνητός [επιρρεπής στον θάνατο] θνητός, βροτός, φθαρτός
ἀνθρώπειος ανθρώπινος
ὑπεράνθρωπος [αυτός που ξεπερνά τα όρια των ανθρωπίνων δυνατοτήτων] υπεράνθρωπος, τιτάνιος, γιγάντιος, τεράστιος
ἀνθρωποειδής [όμοιος με την ανθρώπινη μορφή] ανθρωπόμορφος
Επίρ. ἀνθρωπίνως [το να δρα κανείς με ανθρώπινο τρόπο] ανθρώπινα
Φρ. ζῷον θνητόν, ὑπόπουν, δίπουν, ἄπτερον σε Αναλυτικά Ύστερα, 92α1 [ορισμός του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο] ζώο θνητό, με πόδια, δίποδο, χωρίς φτερά