Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

17. ἀνήρ { Σχέση }


Ουσ. ἀνήρ [άνθρωπος θνητός, σε αντίθεση με τους θεούς] άνδρας, άντρας
ἄνθρωπος [άνδρας αρσενικού γένους, με ανδρικό φρόνημα και ήθος] άνθρωπος
ἐνήλικος [αυτός που βρἰσκεται στην ακμή της ανδρικής ηλικίας] ενήλικος, ώριμος άνδρας
σύζυγος σύντροφος, παντρεμένος
υἱός αρσενικό παιδί, γιος

Ρ. ἀνδροῦμαι [γίνομαι άνδρας] ανδρώνομαι, αντρειεύω, μεγαλώνω, ωριμάζω
ἀνδρίζω καθιστώ κάποιον ανδρικό
ἀνδρίζομαι συμπεριφέρομαι ως άνδρας, έχω ανδρική συμπεριφορά, ανδρειώνομαι
ἀνδραγαθίζομαι φέρομαι γενναία, ενεργώ ως τίμιος και αγαθός άνδρας

Επίθ. ἄρρην (ἄρσην) αρσενικός, ανδρικό φύλο, ισχυρός, δυνατός
ἀνδρικός [αυτός που χαρακτηρίζει τον άνδρα] αντρικός, αρρενωπός, ανδροπρεπής
ἀρρενωπός [αυτός που έχει ανδρική όψη] αρσενικός, αντρικός, αρρενοπρεπής
ἀνδρεῖος [αυτός που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον άνδρα] αρσενικός, αρρενωπός, ανδροπρεπής

Επίρ. ἀνδρικῶς ανδρικά

Φρ. Εἷς ἀνήρ οὐδείς ἀνήρ [Ένας άνθρωπος ισοδυναμεί με κανέναν άνθρωπο] Ένας ίσον κανένας

34. γυνή { Σχέση }


Ουσ. γυνή [θνητή γυναίκα, σε αντίθεση με τις θεές] γυναίκα
γυνή [ως προσφώνηση, δήλωση σεβασμού] “αρχόντισσα, κυρία”
σύζυγος σύζυγος, γυναίκα
συμβία σύζυγος, σύντροφος
θυγάτηρ κόρη, παιδί θηλυκού γένους, δεσποινίδα
παρθένος κόρη παρθένα, άγαμη κόρη
θηλύτης γυναικεία φύση
γύναιον [άλλοτε ως χαρακτηρισμός τρυφερότητας και άλλοτε με υποτιμητική σημασία] γυναίκα, γυναικούλα, αδύναμη γυναίκα

Ρ. θηλύνω φέρομαι θηλυπρεπώς
ἀπογυναικόω καθιστώ κάποιον θηλυπρεπή

Επίθ. θῆλυς θηλυκός, θηλυκού γένους
γυναικεῖος [αυτός που ανήκει στη γυναίκα ή είναι όμοιος με γυναίκα] θηλυκός, γυναικείος
γύναιος γυναικείος
θηλυπρεπής [αυτός που αρμόζει σε γυναίκα] θηλυπρεπής, γυναικωτός, γυναικοπρεπής
θηλύφρων θηλυπρεπής
γυναικόμορφος αυτός που έχει μορφή γυναίκας

Επίρ. θηλυπρεπῶς με θηλυπρέπεια