Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

16. ἀναχώρησις { Κίνηση }


Ουσ. ἀναχώρησις αποχώρηση, υποχώρηση, οπισθοχώρηση
ἀποχώρησις αναχώρηση, απόσυρση, υποχώρηση
ἀπέλευσις αναχώρηση
μετάβασις μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο, μετάβαση, μετακίνηση
ὑποχώρησις οπισθοχώρηση, αποχώρηση, οπισθοδρόμηση, απόσυρση
περαίωσις μεταφορά, διέλευση, μετάβαση στο απέναντι μέρος
φυγή φυγή, απόδραση, φυγή από τη μάχη

Ρ. ἀναχωρέω αναχωρώ, αποχωρώ, αποσύρομαι, επιστρέφω
ἀποχωρέω απέρχομαι, απομακρύνομαι, υποχωρώ, εγκαταλείπω
ἀπέρχομαι αναχωρώ, αποχωρώ, απέρχομαι
ἀποχώρησιν ποιοῦμαι υποχωρώ, απομακρύνομαι, οπισθοχωρώ
ὑποχωρέω αποχωρώ από ένα μέρος, απομακρύνομαι, αποσύρομαι, υποχωρώ, εγκαταλείπω
μεταβαίνω περνώ από ένα μέρος σε ένα άλλο, πηγαίνω, μεταβαίνω, μετακινούμαι, εισέρχομαι (λόγ.)
ἀποδημέω αναχωρώ προς την αλλοδαπή, ταξιδεύω, είμαι μακριά από το σπίτι μου
κινέομαι θέτω σε κίνηση, πορεύομαι, κινούμαι, μετακινούμαι
περαιόω διαβαίνω, περνώ, διέρχομαι, διαπερνώ
φεύγω φεύγω, διαφεύγω, τρέπομαι σε φυγή

Επίθ. ἀναχωρητικός ο διατεθειμένος να αποχωρήσει
ὑποχωρητικός αυτός που υποχωρεί, οπισθοχωρητικός, αναδιπλωτικός
μεταβατικός [ο δυνάμενος να μεταβεί από έναν τόπο σε άλλον] κινούμενος
ἔκδημος αυτός που έχει αναχωρήσει
ἀπόδημος αυτός που βρίσκεται μακριά από το σπίτι του

25. ἄφιξις { Κίνηση }


Ουσ. ἄφιξις άφιξη, έλευση, ερχομός, φτάσιμο
ἴξις άφιξη, ερχομός, διάβαση, πέρασμα
ἔλευσις άφιξη, ερχομός
ἐπάνοδος επιστροφή, γυρισμός, πορεία προς τα πάνω
ἐπιδρομή ξαφνική εισβολή, έφοδος, επίθεση
προέλασις εξόρμηση προς τα εμπρός, επέλαση

Ρ. ἀφικνέομαι φτάνω, έρχομαι
ἱκνέομαι έρχομαι, καταφθάνω σε έναν τόπο
ἔρχομαι έρχομαι, επιστρέφω, οδεύω, ταξιδεύω
ἐπέρχομαι έρχομαι κοντά, πλησιάζω, έρχομαι αιφνίδια
φθάνω φθάνω, προφθάνω, προλαμβάνω, προτρέχω
εἶμι έρχομαι, πηγαίνω
πλησιάζω έρχομαι κοντά, φτάνω κοντά, προσεγγίζω, έρχομαι σε επαφή
προελαύνω ελαύνω, προχωρώ έφιππος μπροστά από κάποιον άλλο
παραγίγνομαι έρχομαι, φτάνω, παρουσιάζομαι
ἄφιξιν ποιοῦμαι φτάνω

Επίθ. ἀφικνούμενος αυτός που φτάνει
ἐφικτός [αυτός που μπορεί εύκολα να τον φθάσει, να τον προσεγγίσει κανείς] προσιτός, δυνατός

Φρ. ἄρτι αφιχθείς που μόλις έφτασε