Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

13. ἀνάγκη { Βούληση }


Ουσ. ἀνάγκη εξαναγκασμός, βία, ανάγκη, αναγκαιότητα
βία ανάγκη, καταναγκασμός, πίεση, βιαιότητα
χρεία ανάγκη, απαίτηση

Ρ. ἀναγκάζω βιάζω, εξαναγκάζω, επιβάλλω δια της βίας
βιάζω αναγκάζω, καταβάλλω με δύναμη
βιάω βιάζω, αναγκάζω, καταπιέζω
ἐπείγω πιέζω, βιάζω, επισπεύδω
πιέζω πιέζω, καταπιέζω
ἐν ἀνάγκη καταλαμβάνομαι αναγκάζω, εξαναγκάζω, υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι
ἀνάγκη ἐστί είναι ανάγκη να
ἀναγκαίως ἔχει είναι αναγκαίο

Επίθ. ἀναγκαῖος [αυτός που εξαναγκάζει, που ασκεί βία] αναγκαίος, εξαναγκαστικός, πιεστικός
ἀναγκαστός εξαναγκαστικός, επιβαλλόμενος δια της βίας
ἀναγκαστικός καταναγκαστικός, υποχρεωτικός

Επίρ. ἀναγκαίως κατ᾽ανάγκην, δια της βίας, καταναγκαστικά
βιαίως με τη βία, καταναγκαστικά
ἐξ᾽ ἀνάγκης αναγκαστικά

Φρ. ἀνάγκᾳ και θεοὶ πείθονται στην ανάγκη και οι θεοί υποχωρούν