Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
127. ἱκέτης { Βούληση }
Ουσ. ἱκέτης [πρόσωπο που καταφθάνει σε ιερό τόπο επιζητώντας προστασία] παρακαλεστής, ικέτης, προσκυνητής
δραπέτης [αυτός που επιζητεί εξαγνισμό, εξιλέωση, ύστερα από ανθρωποκτονία] δραπέτης, φυγάς
ἱκετεία δέηση, ικεσία, παράκληση, καθικέτευση (λόγ.)
προσευχή δέηση, επίκληση, προσευχή, παρακάλεσμα, παρακαλετό (λαϊκ.)
ἐκλιπάρησις θερμή παράκληση, ικεσία, εκλιπάρηση (λόγ.)
ἱκέτευμα τρόπος δέησης, τρόπος ικεσίας
Ρ. ἱκετεύω δέομαι, παρακαλώ, αιτούμαι, ζητώ κάτι σαν ικέτης
καθικετεύω ικετεύω, εκλιπαρώ, παρακαλώ θερμά, προσφέρω θερμές ικεσίες
ἱκετείαν ποιοῦμαι ικετεύω, εκλιπαρώ
προσεύχομαι προσφέρω ικεσίες, προσφέρω τάματα, προσφέρω προσευχές, λατρεύω
ἐξιλάσκομαι εξιλεώνω, εξευμενίζω
Επίθ. ἱκετήριος [αυτός που αναφέρεται ή είναι κατάλληλος για ικέτες] ικετευτικός
ἱκετικός ικετευτικός, παρακλητικός
ἱκέσιος [αυτός που αναφέρεται ή αποτελείται από ικέτες] ικετευτικός
Επίρ. ἱκετικῶς ικετευτικά, παρακλητικά
Φρ. ἱκέτας ἐλέει Να συγχωρείς αυτούς που σε παρακαλούν