Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

125. συμμαχία { Δράση }


Ουσ. συμμαχία συνασπισμός, σύμπραξη, συμφωνία, συνεργασία, συμμαχική υποχρέωση, συμμαχικό καθήκον
σύμπραξις βοήθεια, συνεργασία, αλληλοστήριξη, σύμπνοια
ἐπικουρία βοήθεια, συνδρομή, ενισχυτική δύναμη
συμμαχικόν στρατιωτικό σώμα συμμάχων, συμμαχικές δυνάμεις

Ρ. συμμαχέω είμαι σύμμαχος, ανήκω σε μια συμμαχία, βοηθώ, παρέχω αρωγή, συντρέχω, συνδράμω
συμπράττω συμμετέχω, βοηθώ, συνεργώ
συνασπίζω μάχομαι στο πλευρό κάποιου, συμπολεμώ
συμπολεμέω πολεμώ μαζί, συμπολεμώ, συμμαχώ
ἐπικουρέω υπηρετώ ως σύμμαχος, συνδράμω, βοηθώ σε ανάγκη
συνεργάζομαι εργάζομαι μαζί, συμπράττω, συνεργώ

Επίθ. σύμμαχος [αυτός που μάχεται στο πλευρό κάποιου] σύμμαχος, συμπολεμιστής, συστρατιώτης
συμμαχικός [αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε συμμαχία] βοηθητικός, συμμαχικός
ἐπικουρικός βοηθητικός, ενισχυτικός, συμμαχικός

Επίρ. συμμαχικῶς κατά τον τρόπο των συμμάχων, σαν σύμμαχος