Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

124. ῥήτωρ { Νους }


Ουσ. ῥήτωρ δημόσιος ομιλητής, αγορητής, νομικός σύμβουλος, δικηγόρος
ἀγορητής ρήτορας, δημόσιος αγορητής, ομιλητής
δημήγορος δημόσιος αγορητής, ρήτορας (κυρίως με αρνητική σημασία)
ἀπαγγελτήρ [αυτός που ανακοινώνει, γνωστοποιεί] αγγελιαφόρος
κῆρυξ [αυτός που κηρύσσει κάτι μεγαλοφώνως στο πλήθος] δημόσιος κήρυκας, διαλαλητής, διπλωματικός αντιπρόσωπος
διδάσκαλος δάσκαλος, γραμματοδιδάσκαλος, καθηγητής
ῥητορεία [ικανότητα δημόσιας αγόρευσης] ευγλωττία, ρητορική δεινότητα, ρητορική τέχνη, ρητορικός λόγος
εὐφράδεια ορθή χρήση της γλώσσας, ευγλωττία
εὐγλωσσία ευχέρεια στο λόγο, ευφράδεια, σαφήνεια

Ρ. ῥητορεύω μιλώ δημοσίως, εξασκώ τη ρητορική τέχνη, διδάσκω τη ρητορική τέχνη
διδάσκω εκπαιδεύω, διδάσκω, εξηγώ, ερμηνεύω
φωνέω μιλάω δυνατά, μιλάω καθαρά
δημηγορέω μιλώ προς το ακροατήριο, αγορεύω, ρητορεύω στην Εκκλησία του δήμου, μιλώ ρητορικά, εκφωνώ δημηγορικούς λόγους
εὐφραδέως ἀγορεύω μιλώ με ευγλωττία
καλλιεπέομαι μιλώ με ωραίες εκφράσεις, χρησιμοποιώ κομψή γλώσσα

Επίθ. ῥητορικός ρητορικός, έμπειρος στη ρητορεία, κατάλληλος για ρήτορας
εὐφραδής καλοειπωμένος, ευφραδής
εὔστομος [αυτός που μιλάει καλά] ευφραδής
εὔγλωσσος ευφραδής, εύγλωττος, καλός χειριστής προφορικού λόγου, ετοιμόλογος, φλύαρος

Επίρ. εὐφραδέως με ευφράδεια, με ευγλωττία